Η ελληνιστική κοινή ως απαρχή της νεότερης ελληνικής γλώσσας

Αυτή την εβδομάδα δε θα ασχοληθούμε

Του Πέτρου Λυραντωνάκη


Αυτή την εβδομάδα δε θα ασχοληθούμε με πολιτικό θέμα. Το θέμα μας είναι η ελληνική γλώσσα και η σύνδεσή της με  τα αρχαία ελληνικά. Συνδετικός κρίκος η ελληνιστική κοινή, τα κύρια χαρακτηριστικά της οποίας θα δούμε παρακάτω.

Η αττική διάλεκτος μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου μιλιόταν από τις ακτές της σημερινής Γαλλίας και Ισπανίας, στις εκεί ελληνικές αποικίες,  μέχρι την Ινδία. Από αυτήν προέκυψε σταδιακά η ελληνιστική κοινή.

Παράλληλα, σαν ζωντανή γλώσσα, εξελισσόταν φωνητικά, συντακτικά, μορφολογικά και σημασιολογικά ενώ νέες λέξεις εμφανίζονται εξαιτίας της επαφής με άλλους λαούς.

Όλες αυτές οι αλλαγές, που γίνονται βαθμιαία και έχουν δρομολογηθεί σταδιακά και πριν από την ελληνιστική εποχή, βάζουν τις βάσεις προς τις νεότερες μορφές της ελληνικής, τη βυζαντινή και τη σύγχρονη ελληνική, πράγμα που θα δείξουμε παρακάτω με παραδείγματα.

Έτσι λοιπόν στη φωνητική έχουμε τις παρακάτω αλλαγές: τα φωνήεντα παύουν να προφέρονται ως μακρά και βραχέα και βαθμιαία γίνονται όλα βραχύχρονα, ενώ χάνεται η προσωδία και από το μουσικό τονισμό περνάμε στο δυναμικό τονισμό. Η δασεία που από παλιότερα είχε αρχίσει κατά τόπους να χάνεται, παύει πλέον να προφέρεται. Επίσης οι δίφθογγοι χάνουν την παλαιά τους φωνητική αξία και πλέον προφέρονται ως ένας φθόγγος (αι=ε, ει=ι, υι=ι και αυ, ευ, ηυ = αβ, εβ, ηβ ή αφ, εφ, ηφ όπως και σήμερα), έχουμε το φαινόμενο του ιωατακισμού, την ταύτιση δηλαδή της προφοράς των η, ει, σταδιακά με το ι , όπως και σήμερα, το υ μέχρι τον δέκατο αιώνα μ.Χ. θα διατηρήσει μια προφορά όπως του γαλλικού u, την ίδια προφορά θα αποκτήσει και το οι μέχρι κι αυτό τελικά να εξομοιωθεί με το ι τον δέκατο αιώνα μ.Χ. Επίσης, τα διπλά σύμφωνα δεν προφέρονται πλέον παρατεταμένα (π.χ. θάλασσα, εκκλησία). Τέλος, τα σύμφωνα β, γ, δ, ζ, θ, γ, χ που προφέρονταν ως b, g, d, zd, th, ph, kh αποκτούν τη σημερινή προφορά, εκτός αν προηγείται έρρινο στις περιπτώσεις των β, γ, δ. (παράδειγμα άνδρας-άνdρας) φαινόμενο που υπάρχει ως σήμερα.

Στη μορφολογία έχουμε μια σειρά από απλοποιήσεις: ο δυϊκός αριθμός, ο οποίος δήλωνε δύο πράγματα, χάνεται (π.χ. τῷ χείρε = δύο χείρες), στην κλίση των ονομάτων έχουμε μείωση των πολλών καταλήξεων και έτσι, κυρίως τα τριτόκλιτα (-ς, -ξ, -ρ, ις, –εύς, -ωψ), ταυτίζονται με τα πρωτόκλιτα (-ης, -ας, -η, α)· π.χ ὁ Πλάτων > ὁ Πλάτωνας, ὁ νεώς > ὁ ναός. Επίσης οι ανώμαλοι τύποι παύουν να χρησιμοποιούνται, όπως τα ανώμαλα παραθετικά και απλουστεύονται (π.χ. ταχύς – ταχύων -τάχιστος > ταχύς – ταχύτερος – ταχύτατος), η μέση φωνή χάνει τους ιδιαίτερους τύπους της και ταυτίζεται με την παθητική, το ρήμα μένει στην ενεργητική και παθητική φωνή (π.χ. λούομαι > λούω τον παίδα). Ακόμα ταυτίζεται η υποτακτική με την οριστική. Η υποτακτική δηλώνεται περιφραστικά με το σύνδεσμο ἵνα + οριστική (π.χ. τό σῶμα γυμνάζομεν > ἵνα το σῶμα γυμνάζομεν)· υποκαθίσταται η προστακτική από ἵνα/να ή ἄφες/ἄς + υποτακτική (π.χ. εἰσέλθωσαν > ἄς εἰσέλθωσι πάντες). Χάνεται επίσης η ευκτική, ενώ το απαρέμφατο αποδίδεται περιφραστικά (π.χ. βούλομαι ἔλθειν > βούλομαι ἵνα ἔλθω). Καταργείται επίσης και ο αναδιπλασιασμός (π.χ. απογέγραψα > απέγραψα) και η χρονική αύξηση (π.χ. ἠγόραζον – ἀγόραζον).

Στο συντακτικό η παρατακτική έκφραση αντικαθιστά την υποτακτική. Υπάρχει προτίμηση για μικρές κύριες προτάσεις και συχνά παραλείπονται οι σύνδεσμοι. Η δοτική πτώση χρησιμοποιείται λιγότερο και αντικαθίσταται από τη γενική ή από πρόθεση + αιτιατική πτώση (π.χ. τῇ πόλει > τῇς πόλεως / εἰς τήν πόλιν)

Στο λεξιλόγιο έχουμε εισαγωγή λατινικών λέξεων, κυρίως στρατιωτικοί και διοικητικοί όροι όπως: λεγεών, πραιτώριον, κουστωδία, δικτάτωρ κ.α. Εισάγονται επίσης εβραϊκές λέξεις λόγω της διαδόσεως του  χριστιανισμού (π.χ. αμήν, Πάσχα, Σάββατον, μεσσίας κ.α.). Επίσης έχουμε εισαγωγή ξένων ονομάτων (π.χ. Αντώνιος), επιθέτων και παραγωγικών καταλήξεων. Επηρεασμός υπήρξε και από την αιγυπτιακή, από την εισαγωγή λέξεων όπως: πάπυρος, κόμμι κ.α. , αλλά και ονομάτων όπως: Παχώμιος, Ονούφριος κ.α.

Σημασιολογικά έχουμε επίσης αλλαγές. Νέες σημασίες δίνονται σε λέξεις όπως για παράδειγμα η λέξη στόμαχος που σήμαινε λαιμός πήρε τη σημερινή σημασία που έχει το στομάχι, ή η λέξη θυμός που σήμαινε ψυχή, πήρε κι αυτή την σημερινή έννοια. Αντικαθίστανται λέξεις με νεότερες ή με αρχαϊκές λέξεις (π.χ. ἑσθίω – τρώγω, ὕει – βρέχει).

Σχετικά άρθρα

Δείτε επίσης

Close