Της Κατερίνας Βοτζάκη
Τον Γιώργη τον είχαν το περίγελο του χωριού. Δεν τον έλεγε κανένας με το όνομα του, μπορεί και να το είχαν ξεχάσει.
Ο μισερός, ο παράκερος, αυτό ήταν το όνομα του για όλους. Κανείς δεν τον ήθελε στην παρέα του, μόνο όταν ήθελαν
αγγαρείες τον θυμόταν, και αυτός για να γίνει λίγο αγαπητός και να μπει λίγο στην συντροφιά τους, έκανε ότι του έλεγαν.
Κούτσα, κούτσα στηριγμένος πάνω στο μπαστούνι του, ακόμα και τώρα που ήταν μεγάλος, πήγαινε όπου του έλεγαν
γιατί οι χωριανοί του, έπαιζαν πρέφα στα καφενεία και δεν τους περίσσευε χρόνος για λεπτομέρειες.
Η πληρωμή του, ήταν δυο κούπες κρασί, σε τσίγγινο μαστραπά. Δεν ήθελε και πολύ ο Γιώργης, γινόταν φέσι, έπαιφτε
και δεν μπορούσε να σηκωθεί από χάμω και ήταν μια αφορμή, για να γελάσουν όλοι και να ξεχάσουν τα δικά τους,
χάλια. Δεν του επέτρεπαν να εμφανίζεται σε πανυγήρια του χωριού, σε γάμους αλλά ούτε και στην εκκλησία.
Τον έκρυβαν από τους ξενομπάτες, μα δεν του φαινόταν παράξενο το είχε συνηθίσει, άλλωστε αυτό έκαναν και οι γονείς
και τ' αδέρφια του, τον έκρυβαν από μικρό παιδάκι και αυτός κοίταζε κρυφά από τη χαραμάδα του οντά, να δει
τους μουσαφιραίους η τους συγγενείς που είχαν έρθει στο σπίτι τους.
Όταν γεννήθηκε ο Γιώργης είχε άλλες δυό αδερφές και ένα αδερφό. Ευκολίες δεν υπήρχαν τότε, στρωματσάδα κοιμόταν
όλοι, μόνο οι γονείς είχαν το δικό τους κρεβάτι. Από το μεσοδόκι του σπιτιού είχαν κρεμάσει δυό σκοινιά και με ένα
κομμάτι λινάτσα, είχαν φτιάξει μια κούνια και εκεί κοιμίζανε το Γιώργη όταν γεννήθηκε.
Ένα βράδυ έκλαιγε πολύ ο Γιώργης. Ξύπνησε η αδερφή του και άρχισε να κουνάει την κούνια πέρα δώθε
για να τον ηρεμήσει για να κοιμηθεί. Όμως τίποτα. Δεν ηρεμούσε, έκλαιγε περισσότερο. Άρχισε να κουνάει πιο δυνατά η αδερφή την κούνια. Μια από τις πολλές φορές το μωρό, ήταν δεν ήταν εννέα μηνών, πετάχτηκε με τόση δύναμη από τις δυνατές κουνιές και έσκασε με το κεφάλι απέναντι στον τοίχο. Κανένας δεν περίμενε ότι θα ζήσει. Το κεφάλι του είχε ανοίξει στα δύο και πλέον δεν έκλαιγε...
Γιατρός δεν υπήρχε στο χωριό και δεν έκαναν το κόπο να ειδοποιήσουν από τη Χώρα. Με πρακτικά γιατροσόφια, ο Γιώργης έζησε.
Όσο μεγάλωνε, φαινόταν και το πρόβλημα που του άφησε το χτύπημα. Το κεφάλι του ήταν πιο μεγάλο από τη μια μεριά, από την αριστερή, όπως το πόδι του έμεινε πιο κοντό από το δεξί και το χέρι του ατροφικό. Μίσισε την αδερφή του, μίσισε τους γονείς του που δεν τον πήγαν στο γιατρό, μίσισε τους χωριανούς που τον περίπαιζαν. Μα ήταν κάποιες στιγμές που η μοναξιά του δεν παλευόταν.
Τότε πήγαινε στο καφενείο και ας ήξερε πως θα τον κοροΪδέψουν και θα τον εκμεταλευτούν. Ό πατέρας του είχε πεθάνει στα πενήντα του, τα αδέρφια του παντρεύτηκαν, είχε μείνει μόνο η μάνα του μα οι κουβέντες τους ήταν λίγες, ποτέ δεν είχε νοιώσει το χάδι της, ποτέ δεν
άκουσε ένα καλό λόγο από το στόμα της. Μια μέρα χάσανε το Γιώργη από το χωριό, τον αναζήτηξε η μάνα του και είπε να βγούνε να τον ψάξουν. Κάμανε μια βόλτα γύρω γύρω στα χωράφια, μα δε σκοτωθήκανε κιόλας. Βγάλανε συμπέρασμα πως θα έπεσε σε καμμιά τρύπα και για το μόνο που στεναχωρήθηκαν ήταν πως δε θα είχαν κάποιο να κοροϊδεύουν. Μα ο Γιώργης έφυγε. Κατέβηκε στο
Ρέθεμνος, πήρε το λεοφωρείο για τα Χανιά και πήγε στην Αθήνα, άγνωστος μέσα στους αγνώστους και χωρίς μία δραχμή στην τσέπη, μα δεν το έβαλε κάτω, κοιμήθηκε σε παγκάκια, πείνασε μα ήταν ελεύθερος και κανένας δεν τον περίπαιζε πλέον.
Ζορίστηκε μα βρήκε δουλειά, φύλακας σε μια σχολή στον Πειραιά, έπιασε λεφτά στα χέρια του, πήρε ρούχα, παπούτσια
παραγγελία στο τζαγκάρη ειδικά για το ανάπηρο του πόδι. Ένοιωσε πως ήταν άνθρωπος, ότι αξίζει να ζεις,πως η ζωή είναι ωραία.
Κανένας δεν τον είχε δει για δεκαπέντε χρόνια, τον είχαν ξεχάσει σχεδόν. Ήταν δεκαπενταύγουστος και γιόρταζε η εκκλησία του χωριού. Πολύς κόσμος έιχε έρθει για να προσκυνήσει τη χάρη της από το χωριό και από τα γυρωχώρια. Όλα ήρεμα και συνηθισμένα ήταν, μέχρι εκείνη τη στιγμή, όσπου ένα ταξί που σταμάτησε έξω από το προαύλιο.
Ένας κύριος με σκούρο μπλε κουστούμι, αριστοκράτης με χρυσό ρολόι, βγήκε από το ταξί, στηρίχτηκε στο μπαστούνι του και προχώρησε προς την εκκλησία....
