Όπως μας πάνε οι καιροί – Επινίκιες γιορτές του Μανόλη Σκαρσούλη

skarsoulis_resizeΗ ομοιομορφία του χρόνου είναι μεγαλύτερο κακό και από το ίδιο το πέρασμα του χρόνου… Εκτός από τους άλλους είναι κι αυτός ένας παραπάνω λόγος που κάνει τις γιορτές απαραίτητες σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Οι γιορτές χρειάζονται για να διακόψουν κάποιους ρυθμούς για να καταλύσουν κάποιες μονοτονίες (μήνας μπαίνει-μήνας βγαίνει…), για να αναδείξουν κάποια λανθάνουσα φαντασία που εξουδετερώνεται μέσα στις λεγόμενες “ομαλές συνθήκες”.

Οι γιορτές δεν είναι μόνο για τα παιδιά –που λένε όλοι όσοι αισθάνονται ανία ή διάθεση να συμμορφώνονται με πατροπαράδοτες κοινοτοπίες: Οι γιορτές –δηλαδή οι γιορτές έξω από εισαγωγικά– είναι για τον καθένα. Ο ομαδικός οίστρος, το ξεφάντωμα μιας γιορτής, μπορεί να βιωθεί από νέους, μεσήλικες, εσχατόγηρους.

Όμως στη συγκεκριμένη κοινωνία, όπου κυριαρχούν τα υποκατάστατα, όπου η συμφεροντολογική πεζότητα, η αποπνικτική αφθονία, η κατακερματισμένη ζωή των πόλεων, όπου η υπερκατανάλωση θεάματος, ταξιδιών και μετακινήσεων, όπου αυτά επεξεργάζονται τη διάβρωση του “ομαδικού”, ο ομαδικός οίστρος μετατρέπεται σε περιθωριακό έως ανύπαρκτο φαινόμενο. Το Μεγάλο Πανηγύρι τεμαχίζεται σε μίζερες οικογενειακές μαζώξεις, σε αγχωτικές εκστρατείες φυγής προς την περιφέρεια των πόλεων, σε ένα ξέφρενο ξεκοίλιασμα με γαλοπούλες και τα συμπαρομαρτούντα. Η εορταστική ψευδοσύμπνοια υψώνεται υπεράνω κοινωνικών ανταγωνισμών, όμως κι αυτό το ψέμα καταρρέει σύντομα, αφήνοντας όλους μας να σκεπτόμαστε –μέσα στο Φλεβάρη και το Μάρτη– αν πέρασαν οι γιορτές ή όχι.

Και κοντά σ’ όλα αυτά, οι αναρίθμητες “δωροδοκίες” και “δωροληψίες”, όπου πολύ συχνά οι αξίες χρήσης παραμερίζονται για να επιπλεύσουν οι ανταλλακτικές αξίες.

΄Οπου ξεχνιέται πως το δώρο είναι πριν απ’ όλα δόσιμο χρόνου κι ενδιαφέροντος για τη ζωή του άλλου.

Και τι να πει κανείς για κάτι παλιά-καλά χαζοχαρούμενα έθιμα, κάτι “καλήν ημέραν άρχοντες” και τα τέτοια, που ανεξάρτητα από το παραδοσιακό χαρακτήρα μιας “ταξικής επαιτείας” των φτωχών, δεν μπορούν να λειτουργήσουν σαν στοιχείο κοινοτικής συνοχής μέσα στο χάος των πολυκατοικιών, των φυγάδων προς το εξοχικό τους σπίτι στη Λούτσα, των βαρυστομαχιασμένων ξενύχτηδων, που εννοούν να μην καλημερίζονται πριν από τις 4 η ώρα τ’ απόγευμα…

Και τι να πει κανείς για το άγχος της αναψυχής, για εκείνη την πιεστική διάθεση πολλών να διασκεδάσουν ανεπανάληπτα ανάλογα ή και περισσότερο από την “ξεφαντωματική” κατάσταση που μοστράρουν οι τηλεπαρουσιάστριες των χριστουγεννιάτικων προγραμμάτων…

Οι πραγματικές γιορτές, σαν ομαδικές καλλιτεχνικές εκφράσεις μέθεξης, απουσιάζουν και δεν αναπληρώνονται με θέαμα ή ξεκοίλιασμα…

Και τι να πει κανείς για τα διαγγέλματα και τους χαιρετισμούς-καρμπόν, για τις πίτες εξωραϊστικών και διαφόρων “των απανταχού”… συλλόγων που κόβονται έτσι να, για τον ξερόβηχα και το κόμπιασμα κάποιων κ.κ. προέδρων και επισήμων, για κάποιους κοινότοπους “δεκάρικους” που θα επακολουθήσουν, με κάποιους κ.κ. φασκιωμένους σε καλά “γιορτινά” κουστούμια ή τουαλέτες.

“Γιορτές” αφ’ ενός και τραγωδίες αφ’ ετέρου, βουλιμία και μελαγχολία, εγκλωβισμένος οίστρος και ένα ρηχό διάχυτο αίσθημα ότι “κάτι τρέχει”. Όμως δεν έτρεξε τίποτε. Το γλέντι δεν έγινε τελικά, αναβλήθηκε για κάποιον αόριστο χρόνο. Οι γιορτές με εκείνο το καταλυτικό ζωογόνο περιεχόμενο, που γονιμοποιεί όλες τις υπόλοιπες ημέρες τις δοσμένες σε επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες, δεν ήρθαν. Οι γιορτές που και φέτος είχαμε ανάγκη δεν πέρασαν…

 

“Κόκκινα χείλη εφίλησα”

Φαινομενικά, δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στα “συμβατικά” φιλιά μεταξύ φιλικών προσώπων, στα τρυφερά φιλιά της μητέρας στα παιδιά της και στα φλογερά φιλιά που ανταλλάσσουν οι εραστές. Υποψιαζόμαστε, ωστόσο, ότι κάτι κοινό συνδέει όλες αυτές τις συναισθηματικές εκδηλώσεις. Και αυτό δεν περιορίζεται στο ότι τα φιλιά εμπλέκουν τα χείλη ή στο ότι αποτελούν έκφραση παγιωμένων ανθρώπινων σχέσεων. Το πώς ακριβώς εκδηλώνουμε, μέσω των φιλιών, την όποια φιλική ή ερωτική συμπεριφορά μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προσωπική μας ταυτότητα αλλά και την εξελικτική ιστορία του είδους μας.

Τι ακριβώς σημαίνει ότι φιλάω κάποιον ή κάποια; Μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε. Ενδέχεται να είναι έκφραση αγάπης, φιλίας, ερωτικής έλξης, θαυμασμού, υποταγής, ακόμη και απαξίωσης ή προδοσίας – θυμηθείτε το φιλί του κάθε “Ιούδα”.

Επιπλέον υπάρχουν διάφορα είδη φιλιού, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή σημασία και λειτουργία: το φιλί στο στόμα διαφέρει από το φιλί στο μάγουλο. Υπάρχουν φιλιά με ή χωρίς γλώσσα, ηχηρά ή σιωπηλά, ρουφηχτά ή πιπιλιστά, παρατεταμένα ή σκαστά, υγρά ή ξηρά.

Πράγματι, αυτή η συνήθως ευχάριστη στοματική επαφή επιτρέπει την ανταλλαγή περίπλοκων πληροφοριών μεταξύ των ανθρώπων. Αν και ιδιαίτερα διαδεδομένο στον άνθρωπο και σε άλλα είδη ζώων, το φιλί είναι μια αξιοπερίεργη και ασαφής συμπεριφορά, αφού με αυτήν εκδηλώνουμε ποικίλα συναισθήματα: από την οικογενειακή ή φιλική τρυφερότητα μέχρι τη στάση υποταγής, και από την πιο υποκριτική κοινωνική συμπεριφορά μέχρι την πιο φλογερή έκφραση του ερωτικού πάθους.

Ειδικότερα οι υποψήφιοι εραστές φαίνεται πως κυριολεκτικά εναποθέτουν το μέλλον της σχέσης τους στην τρυφερή εξουσία των χειλιών τους: ένα πρώτο απογοητευτικό φιλί είναι ικανό να πνίξει στην γέννησή της μια πολλά υποσχόμενη ερωτική σχέση.

Τα περισσότερα είδη ζώων δεν υιοθετούν τα φιλιά ως έκφραση ερωτικής τρυφερότητας ή γονεϊκής στοργής, μολονότι διαθέτουν πιθανά ανάλογα αισθήματα. Λαμπρές εξαιρέσεις στο ζωικό βασίλειο αποτελούν οι στενότεροι εξελικτικά συγγενείς μας, δηλαδή οι μεγάλοι ανθρωποειδείς πίθηκοι (γορίλες, χιμπαντζήδες, μπονόμπο). Ειδικότερα, οι μπονόμπο θεωρούνται, από αυτή την άποψη, οι πλέον εξελιγμένοι πίθηκοι, αφού χρησιμοποιούν εξίσου συχνά με εμάς το φιλί με τη γλώσσα (το γαλλικό φιλί) για να εκφράζουν τα συναισθήματά τους!

΄Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο διάσημος Βρετανός ζωολόγος και συγγραφέας Ντέσμοντ Μόρις (Desmond Morris) διατύπωσε την εικασία ότι το ανθρώπινο φιλί μπορεί να προέκυψε από μια πολύ κοινή μητρική πρακτική των προανθρώπινων προγόνων μας: η μητέρα μασά πρώτα την τροφή και μετά την προσφέρει στόμα με στόμα στα μικρά της.

Το να πιέζει λοιπόν η ανθρωποειδής μητέρα τα χείλη της πάνω στα χείλη των πεινασμένων ή φοβισμένων μικρών της για να τα παρηγορήσει ή να τα καθησυχάσει, ίσως υπήρξε το αποφασιστικό βήμα για τη μετέπειτα εξέλιξη της συμπεριφοράς του φιλιού, το οποίο, ενώ είχε διαφοροποιηθεί από την τροφή, διατηρούσε την υψηλή συναισθηματική και παρηγορητική του λειτουργία.

Σήμερα τόσο η ένταση της σεξουαλικής έλξης όσο και η σφοδρότητα των ερωτικών μας παθών, θεωρούνται σύνθετες βιοψυχολογικές συμπεριφορές, που επηρεάζονται όχι μόνο από το εξωτερικό περιβάλλον αλλά και από συγκεκριμένους βιοχημικούς παράγοντες (π.χ. νευροδιαβιβαστές, ορμόνες και φερορμόνες) ∙ παράγοντες που ρυθμίζουν τη λειτουργία του εγκεφάλου μας και μέσω αυτού το σύνολο της συμπεριφοράς μας.

΄Ολες οι σχετικές μελέτες επιβεβαιώνουν, ότι οι φερορμόνες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη ερωτοτροπία όσο και στην ερωτική πράξη, κάτι που ισχύει και για πολλά άλλα ζώα. Τα φλογερά ερωτικά φιλιά αποτελούν τη βασιλική οδό για την ανταλλαγή των φερορμονών μεταξύ των εραστών. Και ίσως ο λόγος που τα φιλιά εξελίχθηκαν σε πρωταρχική ερωτική πρακτική, κοινή στα περισσότερα θηλαστικά να είναι η πολύτιμη συνεισφορά τους στη βιοχημική αναγνώριση του κατάλληλου ερωτικού συντρόφου.

Ανάλογα με το πάθος και τη διάρκεια ενός φιλιού, οι νευρωνικοί υποδοχείς, καθώς και όσοι βρίσκονται στη γλώσσα, στη στοματική κοιλότητα και στη μύτη, στέλνουν συνεχώς νευρικά σήματα στον εγκέφαλο πυροδοτώντας έτσι τα αισθήματα ηδονής και άλλα πιο σύνθετα συναισθήματα, που με τη σειρά τους προκαλούν τις κατάλληλες σωματικές αντιδράσεις.

Το φιλί παίζει αποφασιστικό ρόλο στην ερωτική ζωή τόσο πολλών ανδρών και γυναικών; Είναι απλώς ένα στάδιο “προθέρμανσης” για την ερωτική συνεύρεση ή κάτι περισσότερο; Και έχει για τον άνδρα την ίδια βαρύτητα που έχει για τη γυναίκα;

Ένα από τα πιο ανατρεπτικά συμπεράσματα των πιο πρόσφατων ερευνών είναι ότι το φιλί όντως αποτελεί μια αποφασιστική στιγμή κατά τη διαδικασία του ζευγαρώματος, αλλά για τελείως διαφορετικούς λόγους για τον άνδρα και τη γυναίκα!

Οι άνδρες επεξεργάζονται –και αντιδρούν– διαφορετικά την εμπειρία του πρώτου φιλιού από τις γυναίκες. Για τους περισσότερους άνδρες ένα βαθύ φιλί δεν είναι παρά το αναγκαίο βήμα για να περάσουν στο επόμενο στάδιο, της “ολοκλήρωσης” της ερωτικής σχέσης. Αντίθετα, για τις γυναίκες φαίνεται ότι αποτελεί περισσότερο ένα είδος τεστ, προκειμένου να διαπιστώσουν αν αξίζει τον κόπο να συνεχίσουν.

Οι περισσότεροι άνδρες (περίπου το 53%) παραδέχτηκαν ότι θα μπορούσαν να κάνουν σεξ και χωρίς να έχουν προηγηθεί φιλιά, κάτι που για τις περισσότερες γυναίκες ήταν αδιανόητο. Επίσης, οι περισσότεροι άνδρες, ομολόγησαν ότι θα μπορούσαν κάλλιστα να κάνουν σεξ ακόμη και με μια γυναίκα που φιλάει άσχημα. Αντίθετα, για τις γυναίκες τα όμορφα χείλη, η ωραία οδοντοστοιχία και κυρίως η ευχάριστη αναπνοή και γεύση του στόματος είναι παράγοντες που έχουν μεγάλη βαρύτητα στην απόφασή τους να κάνουν σεξ.

Για τον άνδρα απώτερος στόχος είναι να “μεταφέρει”  το DNA του σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό γυναικών. Για τη γυναίκα, αντίθετα, το φιλί είναι ένας τρόπος για να διαπιστώσει αν ο υποψήφιος ερωτικός σύντροφος διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα, τόσο τα βιολογικά όσο και τα ψυχολογικά, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί καλύτερα στο ρόλο του πατέρα.

 

 

Προδιαγραφές μοντέλων το 1974

 

Το Πρετ-α-πορτέ πήρε τη θέση του οριστικά στην ελληνική αγορά. Και ήταν επόμενο να γίνει αντικείμενο ερεύνης. Το ΕΛ-ΚΕ-ΠΑ για πρώτη φορά ασχολήθηκε με τα “ζωτικά στατιστικά στοιχεία” του σώματος της Ελληνίδας και απεφάνθη ότι οι αριθμοί που προσδιορίζουν το τυποποιημένο της κορμί είναι: 99,9-83,5-108,9.

Οι αριθμοί αυτοί αφορούν την περίμετρο του στήθους, της μέσης και των γοφών. Και πριν απασχολήσουν τους εμπόρους, ενδιαφέρουν τους θαυμαστές των “μις” και των “σταρ”. ΄Εφθασαν μάλιστα οι τρεις αριθμοί να προσδιορίζουν και το ιδανικό της θηλυκότητας: 94-58-92, ή, με άλλα λόγια, Μαίριλυν Μονρόε. Τα στοιχεία του ΕΛ-ΚΕ-ΠΑ μπορεί να μη γοητεύουν όλους τους άνδρες, ενδιαφέρουν όμως όλους τους εμπόρους και κατασκευαστές ετοίμων ρούχων.

Ιδού τώρα με αριθμούς η εικόνα του “μέσου σώματος” της Ελληνίδας (16-65 ετών): Ανάστημα 156.20, Μήκος άνω άκρου σε κάμψη 58.02, Εξωτερ. Μήκος κάτω άκρου 94.89, Εσωτερ. Μήκος κάτω άκρου 70.76, Μήκος μηρού 53.37, Περίμετρος βραχ. 29.02, Μήκος πλάτης 41.82, Πλάτος ώμων 40.49, Περίμετρος στήθους 99.91, Περίμετρος μέσης 83.50, Περίμετρος γοφών 108.90, Μήκος τάγιας 43.13.

΄Υψος, βάρος και ηλικία.

Η εικόνα αυτή, μπορεί να μην ενθουσιάζει, αλλά οπωσδήποτε αντιπροσωπεύει το “μέσο σώμα” της Ελληνίδας. Πάντως οι μέσοι όροι στο ανάστημα και στο βάρος –κατά ομάδες ηλικίας– έχουν ως εξής:

Ηλικία Ανάστημα Βάρος Ηλικία Ανάστημα Βάρος
16-19 ετών 158,9 58,5 κιλά 40-44 ετών 156,1 68,6 κιλά
20-24 ετών 158,5 58,3 κιλά 45-49 ετών 155,5 70,1 κιλά
25-29 ετών 158,1 61,5 κιλά 50-54 ετών 154,6 69,6 κιλά
30-34 ετών 157,2 63,3 κιλά 55-59 ετών 153,2 70,8 κιλά
35-39 ετών 156,1 64,8 κιλά 60-65 ετών 152,1 69,1 κιλά

Προϊούσης της ηλικίας –παρατηρεί η έρευνα– μερικά “κατακόρυφα” στοιχεία και ειδικώτερα το ανάστημα, βαίνουν μειούμενα, ενώ τα “οριζόντια” περιμετρικά στοιχεία αυξάνουν σημαντικά.

Η προτίμηση στο έτοιμο.

Αναλυτικότερα, οι προτιμήσεις των Ελληνίδων προς το έτοιμο και προς το επί παραγγελία, έχουν ως εξής:

  • 15% προμηθεύεται πάντοτε έτοιμα ενδύματα
  • 29% προμηθεύεται συνήθως έτοιμα ενδύματα
  • 56% προμηθεύεται πάντοτε ή συνήθως επί παραγγελία.

Ο παράγοντας ηλικία πάντως διαφοροποιεί αρκετά τα παραπάνω ποσοστά ως εξής:

1.- Η ηλικία 16-24 ετών προμηθεύεται πάντοτε έτοιμο κατά 24%, συνήθως έτοιμο κατά 38% και πάντοτε ή συνήθως επί παραγγελία κατά 38%.

2.- Η ηλικία 25-44 ετών, προμηθεύεται πάντοτε έτοιμο κατά 13%, συνήθως έτοιμο κατά 35% και πάντοτε ή συνήθως επί παραγγελία 52%.

3.- Η ηλικία 45-65 ετών προμηθεύεται πάντοτε έτοιμο κατά 8%, συνήθως έτοιμο κατά 20% και πάντοτε ή συνήθως επί παραγγελία κατά 72%.

Οι αριθμοί δείχνουν μεγαλύτερη προτίμηση των νέων ηλικιών προς το έτοιμο, αντίθετα απ’ ότι συμβαίνει προς τις μεγαλύτερες ηλικίες.

Προκειμένου για τους άνδρες, παλαιότερη έρευνα του ΕΛ-ΚΕ-ΠΑ έδειξε ότι το 26% απ’ αυτούς προμηθεύεται πάντοτε έτοιμα ενδύματα.

28 δις δραχμές για ένδυση.

Ο ΄Ελληνας καταναλωτής δαπάνησε για ένδυση και υπόδηση μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός του το 1972 έναντι το 1962.

Εν πάση περιπτώσει, είτε πρόκειται για τάση προς το λούσο, είτε απλώς για την απόκτηση δυνατότητος για “δεύτερη” φορεσιά, γεγονός είναι ότι το 1972 οι Ελληνίδες και οι ΄Ελληνες δαπάνησαν 28 δις δραχμές για ιματισμό και υπόδηση. Το μέγεθος της δαπάνης αυτής δείχνει τα περιθώρια του έτοιμου ρούχου. (ΕΠΙΚΑΙΡΑ τεύχος 308, 3.7.1974)

Σχετικά άρθρα

Δείτε επίσης

Close