Ευνούχοι: Οι έχοντες την ευνή (φύλαξη) Και οι αποχαυνωμένοι ευδαιμονιστές του Μανόλη Σκαρσούλη

Ο Ωριγένης  ο πλέον γνωστός των αυτοευνουχισμένων

Γύρω στα δεκαοχτώ του χρόνια, στην ακμή του σφρίγους και του ανδρισμού, ήταν ήδη εξουθενωμένος από τη συνεχή πάλη με την οποία κάθε μέρα, κάθε νΰχτα, πάσχιζε να ξεφύγει από τον αισθησιασμό. Είχε πια βυθιστεί στην απόγνωση. Δεν θα κατάφερνε να συγκρατήσει για πολύ ακόμη τη φιληδονία που τον εξουθένωνε. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα Ευαγγέλια «(…) και είναι ευνούχοι, οίτινες ευνούχισαν εαυτούς διά την βασιλείαν των ουρανών».

Αποφάσισε να ευνουχιστεί. Κράτησε, όμως, κρυφό τον ακρωτη¬ριασμό του. Δεν τον εκμυστηρεύτηκε ούτε σε αγαπητούς φίλους και εν Χριστώ αδελφούς. Τον πρόδωσαν όμως οι πόνοι του. Μαθεύτηκε γρήγορα ότι ο λογιότατος Ωριγένης, ο διακεκριμένος θεολόγος, ευνουχίστηκε στα δεκαοχτώ του χρόνια στο όνομα του Κυρίου. Ο επίσκοπος Αλεξανδρείας Δημήτριος είπε λόγια θαυμασμού και εγκωμιασμού για τον Ωριγένη. Δεν τον υπέδειξε ως παράδειγμα  προς μίμηση, αλλά σίγουρα ως άξιο θαυμασμού από όλους τους πισιούς, τον οποίο κατά τα άλλα ο Ωριγένης είχε ήδη κατακτήσει. Η πίστη του, η μόρφωση του, η ιδιότητα του ως θείου ευνούχου τον  κατέστησαν πολύ δημοφιλή.

Ο επίσκοπος Δημήτριος σιγά σιγά άρχισε να βρίσκει ανυπόφορη τη δημοτικότητα του Ωριγένη. Ο φθόνος, θανάσιμο αμάρτημα αλλά πάντοτε υποτιμημένο, έκαναν τον Δημήτριο να πάει κατευθείαν μπροστά στο συμβούλιο επισκόπων της Αιγύπτου, όπου εξοργισμένος άστραψε και βρόντηξε εναντίον του Ωριγένη. Πώς επετράπη σε ένα παιδαρέλι μια ολότελα προσωπική ερμηνεία του λόγου του Χριστού; Δεν χρειαζόταν και πολύ για να πεισθούν οι συγκεντρωμένοι επίσκοποι, των οποίων ο ποιμανπκός θρόνος, τον 1ο  αιώνα του χριστιανισμού, ήταν ακόμα ασταθής. Τι θα γινόταν το κύρος τους αν ένα τρελό παιδί είχε γίνει διάσημο επειδή έκανε χρήση της λεπίδας όπως οι παγανιστές και ειδωλολάτρες ιερείς; Αμέσως ο Ωριγένης απεβλήθη από το ιερατείο. Ο Δημήτριος πέτυχε το στόχο του, διότι ο Ωριγένης εκδκοχτηκε από την Αλεξάνδρεια και απεβλήθη από όλες τις χριστιανικές Εκκλησίες σε όλο τον κόσμο. Αφού κατηγορήθηκε για ασέβεια, για αίρεση, και καταδικάστηκε ως σχισματικός, ο Ωριγένης κατέφυγε στην Παλαισιίνη. Εκεί τον προστάτευσε ο εντεταλμένος πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο οποίος είχε ουκ ολίγες έριδες σε εκκρεμότητα με τον Δημήτριο της Αλεξανδρείας. Ο Ωριγένης ζήτησε και έλαβε από τον πατριάρχη τον άδεια να ιδρύσει στην Καισαρεία ένα κατηχητικό σχολείο το οποίο σε λίγο καιρό έγινε περίφημο.

Η διάπυρη πίστη του Ωριγένη και το θάρρος με το οποίο ευνουχίστηκε τον έκαναν ένα είδος μυσιικιστή ήρωα. Απόκτησε προσήλυτους. Πολλοί ακολουθούσαν το παράδειγμα του. Το πλήθος των μυστικιστών ευνούχων γινόταν ολοένα και πιο πυκνό, μέχρι του σημείου να αποτελεί μια αληθινή νέα αίρεση μέσα στην επίσημη.

Λίγο λίγο κάθε φορά, ο Ωριγένης -πολύ αργά για να επανορθώσει τα συμβάντα, αλλά πάντα επίκαιρος στα λόγια- βίωσε τη σημασία της πράξης του, ντροπιάστηκε επειδή με τον ευνουχισμό παράκουσε τον Κύριο: δεν θα ήταν άραγε πιο ορθόδοξο να ασκήσει την αγνότητα με τα όπλα της πίστης; Ο Ωριγένης μυκτηρίστηκε που έβαλε πάνω του λεπίδι σαν τον οποιοδήποτε παγανιστή ειδωλολάτρη, ακόμη κι αν το έκανε στο όνομα της αγνότητας. Απέρριψε την εμπειρία του γράφοντας γι’ αυτήν: «(…) πρέπει να συλλέγουμε στο πνεύμα και όχι στη σάρκα τους λόγους του Ευαγγελίου που μας παροτρύνουν να γίνουμε ευνούχοι (…) και αυτό που θα μας υποστηρίξει είναι το ηθικό σθένος», και συμπλήρωσε ότι η πίστη και όχι η λεπίδα θα έπειθε τους ιερείς της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να εξοβελίσουν όπως την πανούκλα τη σαρκική συνδιαλλαγή με τις γυναίκες.

Σύντομα αναγνώρισε ότι οι νουθεσίες της Αγίας Γραφής πρέπει  να ερμηνεύονται με μεταφορική έννοια. Κατά τα άλλα, έχοντας ευνουχιστεί ως ενήλικος, το σώμα και ο νους του δεν ευεργετήθηκαν από εκείνη την αδιαφορία για τη σαρκική επαφή που, όπως φαινόταν, αγιοποιούσε τους ευνούχους από βρέφη, ή τους εκ γενετής ευνούχους. Ρίχτηκε στη φυλακή κατά τη διάρκεια των διωγμών του ρωμαίου αυτοκράτορα Δίκιου κατά των χριστιανών και αντιμετώπισε το τόσο ποθητό μαρτύριο. Μεταξύ πολλών εν Χριστώ αδελφών που εγκατέλειψαν και απαρνήθηκαν την πίστη τους, ο Ωριγένης αρνήθηκε να αποκηρύξει το Ευαγγέλιο. Τα μαρτύρια που υπέστη του άνοιξαν της πύλες του άλλου κόσμου. Πέθανε γύρω στο 250 μ.Χ., είκοσι χρόνια μετά τον μεγάλο του εχθρό Δημήτριο. Ο Δημήτριος δεν άφησε άλλα ίχνη του στην ιστορία της Εκκλησίας εκτός από αυτά που αφορούσαν την αντιπαράθεση του με τον Ωριγένη. Ο Ωριγένης αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πιο εξέχοντες και σημαντικούς θεολόγους, μεταμελημένος ευνούχος και διάσημος για την άρνηση της θέσης του ότι ο ευνουχισμός θα ήταν ο καλύτερος σύμμαχος της αγνότητας.

Το συγγραφικό έργο που βγήκε από τη λογιότατη πέννα του ήταν ευρύτατο και διέτρεξε κάθε πεδίο της χριστιανικής επιστήμης. Αλλά ως επακόλουθο της διαμάχης του με τον Δημήτριο, ο Ωριγένης ποτέ δεν ανακηρύχθηκε άγιος και μάρτυρας.

 

Όταν σπέρνεις ανέμους, θερίζεις θύελλες

Τον 3ο αιώνα μ.Χ., λίγο μετά το θάνατο του Ωριγένη ένας χριστιανός Άραβας με το όνομα Βαλέσιος, επαναφέρε δυναμικά το θέμα της συνάρτησης της αγνότητας με τον ευνουχισμό. Ο Βαλέσιος κήρυξε ότι ο ευνουχισμός δεν ήταν εμπόδιο, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για την ιεροσύνη. Πράξη οικειοθελής, που πραγματώνεται στο όνομα του Χριστού.

Γύρω του αναπτυσσόταν μια όλο και πιο πυκνή ομάδα οπαδών, οι οποίοι ονομάστηκαν Βαλεσιανοί. Αψηφώντας την εξουσία του πατριάρχη της Αλεξάνδρειας, οι Βαλεσιανοί είχαν την πρόθεση να εξασκήσουν τον θεϊκό ευνουχισμό. Όχι μόνο στους νέους οπαδούς, οι οποίοι εμφορούνταν από έντονη θρησκευτική παράφορα και από αδιαφορία για τις οδύνες που προξενούσε ο ακρωτηριασμός του ανδρισμού και το ποσοστό, φυσικά όχι χαμηλό, αυτών που δεν επιβίωναν του ευνουχισμού. Οι Βαλεσιανοί επέβαλλαν τον ευνουχισμό στους -πρόθυμους ή απρόθυμους- φίλους τους, σε εκείνους στους οποίους πpoσέφεραv φιλοξενία στα σπίτια τους, σε όλους εκείνους που είχαν την τύχη ή την ατυχία να βρεθούν στο δρόμο τους. Σίγουρος ότι επιτελούσε φιλανθρωπικό έργο και ότι εξασφάλιζε στους νέους ευνούχους τον Παράδεισο, ο Βαλέσιος συχνά έδενε τους απείθαρχους σε ένα τραπέζι και τους ευνούχιζε ο ίδιος.

Η αίρεση εξαπλώθηκε. Οι πατριάρχες ήταν ανάστατοι από αυτή την πρακτική, που έμοιαζε να επανιδρύει τον παγανισμό και που σε κάθε περίπτωση έθετε εκτός της εξουσίας τους την ψυχή των Βαλεσιανών.

Η Εκκλησία, μπροστά σε αυτή την αίρεση, που μεταμόρφωvε τους υιούς του Θεού σε ευνούχους, δεν στάθηκε βέβαια με σταυρωμένα τα χέρια. Η αντίδραση ήταν άμεση και έντονη. Οι πατριάρχες συγκάλεσαν τη Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. Μέσα από έντονο διάλογο, θέσπισαν τον ακόλουθο κανόνα που στη συνέχεια επικυρώθηκε στη Σύνοδο της Αρλ: «Όσοι γίνονται ευνούχοι συνε¬πεία κάποιας αρρώστιας, ή ευνουχίζονται προκειμένου να θεραπευτούν από κάποια αρρώστια, ή ευνουχίζονται κατά τη διάρκεια κάποιας βαρβαρικής επιδρομής, και αποτελούν ήδη μέρος του κλήρου, θα αποκτούν την αγιότητα. Αλλά αυτοί που αυτοευνουχίζονται, ενώ ήσαν κληρικοί, πρέπει να αναθεματίζονται και να τους αρνείται στο μέλλον οποιαδήποτε θέση μέσα στην Εκκλησία».

Αυτή η παράγραφος πυροδότησε ατελείωτες συζητήσεις και συγκεκριμένα ήταν απαραίτητο να αποσαφηνιστεί το ακόλουθο ζήτημα: Αραγε ο κανόνας σημαίνει ότι αφορά μόνο εκείνους που, όντας ιερείς, υπέστησαν ευνουχισμό γιατί ήταν άρρωστοι στα γεννητικά όργανα με την απόλυτη έννοια, ή επεκτεινόταν και στους λαϊκούς,  στους πάσχοντες από άλλες ασθένειες, μεταξύ των οποίων η λέπρα,  που την εποχή εκείνη αντιμετωπιζόταν με τον ευνουχισμό του λεπρού; Σε κάθε περίπτωση, σε αυτή την αμφιβολία, η Εκκλησία απάντησε αρνητικά: Οι λεπροί, ευνουχισμένοι εξαιτίας της πεποίθησης ότι αυτή ήταν η σωστή θεραπεία για την καταπολέμηση της τερατώδους αρρώστιας, δεν είχαν κανένα δικαίωμα να εισέλθουν στον κλήρο, παρότι δεν τους επιβαλλόταν κανένα άλλο ανάθεμα.

Στο μεταξύ, παρότι απεργάζονταν την εξαφάνιση του ανθρώπινου γένους ατιό προσώπου γης στο όνομα του Παραδείσου, μια και ο ευνουχισμός ισούται με την ανικανότητα αναπαραγωγής, ο Βαλέσιος αντελήφθη σύντομα ότι, μετά τον πρώτο ενθουσιασμό, οι νέοι πιστοί μειώνονταν αριθμητικά. Και αυτό επειδή δεν τολμούσαν όλοι να καταστρατηγήσουν τα διατάγματα της Συνόδου της Νίκαιας, και ακόμα λιγότεροι ήταν εκείνοι που εμπιστεύονταν το μαχαίρι του ευνουχιστή, έχοντας ακούσει από τους ευνουχισμένους τους ομόθρησκους τι φρικαλέες οδύνες συνεπαγόταν ο ακρωτηριασμός. Επιπλέον, επειδή ο ευνουχισμός ελάμβανε χώρα λαθραία από τους Βαλεσιανούς, αφού η ρωμαϊκή νομοθεσία τον απαγόρευε, αν ανακαλύπτονταν, ευνουχιστές και ευνούχοι κινδύνευαν από την εσχάτη των ποινών.

Σύντομα η αίρεση αυτή ατόνησε. Και όποιος είχε γίνει ευνούχος  απέμεινε μόνος του με τη συνείδηση του και αφορισμένος.

Το 395 μ.Χ. ένα φιρμάνι του πάπα Λέοντος Α’ απαγόρευσε επίσημα τον ευνουχισμό σε όλες του τις μορφές, αλλά ιδιαίτερα αν  πραγματοποιούνταν από εκείνους, που με τον ακρωτηριασμό του πέους ευελπιστούσαν να φιμώσουν την οδό διαφυγής των σαρκικών αμαρτημάτων. Ο πατριάρχης Αντιοχείας Λέων, που είχε ευνουχιστεί για να διαφύγει από την επιθυμία της σαρκικής ένωσης  με τη γυναίκα με την οποία συγκατοικούσε, καθαιρέθηκε άμεσα από το αξίωμα του και αποβλήθηκε από την Εκκλησία.

Η εξαίρεση στην αυστηρή θέση του κλήρου αναφορικά με τον ευνουχισμό ενεργοποιήθηκε από την Εκκλησία την ίδια, η οποία για αιώνες αργότερα και με θαυμαστή αντιφατικότητα «κατασκεύαζε» ευνούχους. Τώρα όμως ο ευνουχισμός ανταποκρινόταν στην ανάγκη δημιουργίας χορωδιών με τραγουδιστές με θεσπέσιες φωνές, προκειμένου να συνοδεύουν τη θεία λειτουργία.

 

Κοσμικοί και δύσμοιροι αυτοευνούχοι

Ο Μονταίν γράφει για τη θλιβερή ιστορία κάποιου ερωτευμένου με μια δεσποινίδα, ο οποίος είχε την τύχη να λάβει φλογερή ανταπόκριση. Έπειτα από δεκαετή περίοδο ερωτοτροπιών, τελικά ο κύριος κατάφερε να κάμψει τη συστολή της αγαπημένης και τρύπωσε στο κρεβάτι της. Αλλά εκεί, αλίμονο, παρόλο το πάθος, δεν κατόρθωσε να της επιδείξει με έργα την επιθυμία του. Του φαινόταν ότι το κορμί του είχε παγώσει. Η νύχτα πέρασε μέσα από αποκαρδιωτικές προσπάθειες, ταπεινωτικές δικαιολογίες και την ολοένα και αυξανόμενη περιφρόνηση της ερωτευμένης, η οποία ένιωθε απόρριψη.

Το χάραμα, εξουθενωμένος και ηττημένος από την ακατανόητα ανικανότητα του, ο νέος γύρισε σπίτι. Η οργή και η εγκατάλειψη τον τσάκιζαν.

Αυτοευνουχίστηκε. Του φάνηκε αυτός ο καλύτερος τρόπος να τιμωρήσει εκείνο το μέρος του κορμιού του που ήταν ένοχο για την καταστροφή μιας μεγάλης αγάπης.

Ο Μονταίν αφηγείται και για έναν άλλο χαρακτήρα, καταθλιπτικό και απελπισμένο όπως ο προηγούμενος, ο οποίος όμως αυτοευνουχίστηκε για τελείως διαφορετικούς λόγους. Είχε φορτωθεί μια σύζυγο, η οποία είχε καταντήσει κόλαση το σπιτικό τους, ξεσπώντας την οργισμένη της ζήλια πάνω του, κάθε μέρα και κάθε νύχτα. Φαίνεται ότι ο άνδρας ήταν ωραίος και αρεστός στις γυναίκες, αλλά πιστός, μια και είχε ήδη χάσει κάθε ενδιαφέρον για τον έρωτα. Οι ομηρικοί καβγάδες που συνόδευαν τη μίζερη του καθημερινότητα, του είχαν σβήσει κάθε επιθυμία. Παρ’ όλα αυτά, η γυναίκα δεν έβαζε νερό στο κρασί της. Έτσι, για να βάλει τέλος μια για πάντα σ’ αυ¬τή τη ζήλια, ο άνδρας ευνουχίστηκε με μια φαλτσέτα, όπως αιώνες πριν είχε κάνει ο Ωριγένης, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Πέταξε αυτό που έκοψε στα πόδια της συμβίας, που από τη στιγμή εκείνη ποτέ πια δεν θα απολάμβανε εκείνο που νόμιζε ότι της είχε αρπάξει κάποια άλλη.

Επίσης υπήρχαν άνδρες που ευνουχίζονταν εξαιτίας της μανιασμένης τάσης τους να μην αντέχουν να έχουν πέος. Άλλοι ακόμη  που από τον ευνουχισμό περίμεναν να βιώσουν μια ιδιαίτερη σεξουαλική απόλαυση.

Και ακόμα κι άλλοι, κλεισμένοι στη φυλακή και καταδικασμένοι σε βασανιστήρια ή σε θάνατο για κάποιο τους έγκλημα, αυτοκτονούσαν με ευνουχισμό. Μαζί με το αίμα που έρρεε από το σώμα τους, έφευγε και η ζωή τους.

 

Πηγή : «Η ιστορία των ευνούχων»

              Βάννα Ντε Αggelis

              Εκδόσεις Περίπλους

Σχετικά άρθρα

Δείτε επίσης

Close