Μειωμένες έως 18% οι νέες συντάξεις Δημοσίου

Μεσοσταθμικές μειώσεις κοντά στο 15% με 18% επιφυλάσσει στους νέους συνταξιούχους του Δημοσίου ο υπολογισμός των συντάξεων με τη βασική και την ανταποδοτική σύνταξη, όπως επιβεβαιώνεται και από τις δύο κοινές υπουργικές αποφάσεις που δημοσιοποιήθηκαν χθες. Οι ειδικοί εκτιμούν πως οι μεγάλοι χαμένοι του νέου συστήματος, με τα μικρότερα ποσοστά αναπλήρωσης και τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών σύμφωνα με τον συνολικό εργάσιμο βίο, είναι όσοι αποχωρούν με 35 ή και περισσότερα έτη ασφάλισης, ειδικά αν εισέπρατταν υψηλούς μισθούς τα τελευταία 15 χρόνια.

Χαμένοι είναι επίσης και όσοι δουν «προσωπική διαφορά» μικρότερη του 20%, καθώς θα οδηγηθούν σε αντίστοιχες μειώσεις συντάξεων, χάνοντας στην πράξη το «μπόνους μετάβασης» από το παλαιό στο νέο σύστημα. Και αυτό γιατί, όπως ξεκαθαρίζεται και στις αποφάσεις, οι νέες συντάξεις υπολογίζονται τόσο με το παλαιό, όσο και με το νέο σύστημα. Εάν η προσωπική διαφορά είναι κάτω του 20%, καταργείται και κατά συνέπεια ο συνταξιούχος οδηγείται σε αντίστοιχα μειωμένη σύνταξη σε σχέση με αυτή που θα έπαιρνε εάν δεν ψηφιζόταν ο νόμος Κατρούγκαλου. Εάν η προσωπική διαφορά είναι πάνω του 20%, καταβάλλεται το μισό αυτής σε όσους έχουν καταθέσει αιτήσεις συνταξιοδότησης μεταξύ 13/5/2016 και 31/12/2016 (ειδικά για τους στρατιωτικούς, ισχύει για όσους έχουν καταθέσει αίτηση συνταξιοδότησης από την 1η Ιουλίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016), το 1/3 της προσωπικής διαφοράς για αιτήσεις που θα κατατεθούν εντός του 2017 και το 1/4 αυτής για τις αιτήσεις που θα κατατεθούν εντός του 2018. Από το 2019 οι «προσωπικές διαφορές» κόβονται για όλους τους νέους συνταξιούχους.

Βέβαια, οι οδηγίες που δίνουν μέσω των αποφάσεων ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης και ο υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης Τάσος Πετρόπουλος θα παραμείνουν στα χαρτιά, όπως άλλωστε ισχύει και για τις αποφάσεις που εκδόθηκαν από το υπουργείο Εργασίας τις μέρες των Χριστουγέννων και αφορούσαν τις νέες συντάξεις στον ιδιωτικό τομέα, καθώς ακόμη –και πιθανότατα έως ότου υπάρξει συμφωνία με τους δανειστές– αναμένεται από την ΕΛΣΤΑΤ ο δείκτης της ετήσιας μεταβολής μισθών από το 2002 και εφεξής. Πρόκειται για τον δείκτη που θα καθορίσει και το τελικό ύψος των συντάξεων και ο οποίος θα επηρεάσει σημαντικά το ύψος των νέων συντάξεων γήρατος, αναπηρίας και θανάτου.

Στην ΚΥΑ για τις ανταποδοτικές συντάξεις, φαίνονται με παραδείγματα οι μειώσεις που θα υπάρξουν όταν εκδοθούν οι νέες συντάξεις με βάση τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης και τις συντάξιμες αποδοχές που προκύπτουν από τις εισφορές που έχει καταβάλει ο ασφαλισμένος στη διάρκεια του εργασιακού του βίου. Μετά το 2018, οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι μειώσεις ενδέχεται να φθάσουν και το 30%, ξεκινώντας από το 5%. Ειδική αναφορά γίνεται για τη διαδικασία που διέπει τις περιπτώσεις αναγνώρισης πλασματικών ετών ασφάλισης. Υπογραμμίζεται ότι τα πλασματικά έτη συνυπολογίζονται στο ανταποδοτικό σκέλος της σύνταξης, μόνο εάν η αίτηση εξαγοράς έχει γίνει από το 2002 και μετά, όχι νωρίτερα. Επίσης, για αιτήσεις αναγνώρισης πλασματικών ετών που θα υποβληθούν από 1η Ιανουαρίου του 2017 και μετά ισχύουν τα αυξημένα ποσοστά «εξαγοράς». Ετσι, για αιτήσεις που θα υποβληθούν εντός του 2017, ο ενδιαφερόμενος θα καταβάλλει συνολικά εισφορά 10%.

Στην ΚΥΑ για την εθνική σύνταξη, επαναλαμβάνεται ότι και στον δημόσιο τομέα, στις περιπτώσεις καταβολής μειωμένης σύνταξης, λόγω γήρατος, δηλαδή σε όριο ηλικίας μικρότερο από το κατά περίπτωση προβλεπόμενο όριο για πλήρη σύνταξη, το ποσό της παροχής καταβάλλεται μειωμένο κατά 1/200 για κάθε μήνα (ή 6% για κάθε έτος) που υπολείπεται του αντίστοιχου ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης. Σε καμία περίπτωση, το ποσοστό μείωσης της εθνικής σύνταξης δεν υπερβαίνει το ποσοστό μείωσης που αντιστοιχεί σε πέντε έτη ηλικίας (60 μήνες). Μάλιστα, στην ΚΥΑ ξεκαθαρίζεται ότι δεν επιβάλλεται το επιπλέον ποσοστό μείωσης ύψους 10% που προβλέφθηκε με το 3ο μνημόνιο. Προσοχή! Σε περίπτωση σώρευσης συντάξεων προβλέπεται η καταβολή μίας εθνικής σύνταξης, το ύψος της οποίας διαφοροποιείται ανάλογα με το εάν ο συνταξιούχος ή τα δικαιοδόχα πρόσωπα σε περίπτωση συνταξιοδότησης, λόγω θανάτου, δικαιούνται να λάβουν πέραν της μίας κύριας σύνταξης. Τέλος, ορίζεται πως η εθνική σύνταξη θα αναπροσαρμόζεται κατ’ έτος, με κοινή υπουργική απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και με βάση συντελεστή που διαμορφώνεται κατά 50% από τη μεταβολή του ΑΕΠ και κατά 50% από τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους.

kathimerini.gr

Σχετικά άρθρα