«Έφευγες;» του Εμμανουήλ Ακουμιανάκη

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ
E-mail: emmakoum@otenet.gr
http://soixantedix.blogspot.com/
Ναι, σήμερα η μέρα ξεκινάει με το «ξεσκόνισμα» αυτής της ερώτησης που αγγίζει τις παρυφές της αγένειας, η -αν προτιμάτε- σε κάθε περίπτωση δεν θεωρείται ευγενική. Πολλές φορές μας ενοχλεί η παρουσία κάποιου, η τοξικότητα και η αρνητική ενέργεια που εκπέμπει στον περίγυρό του. Υπάρχουν άνθρωποι που την κακή ώρα την έχουν μέσα τους, όπως θα έλεγε και ο Καρυωτάκης στην συλλογή του που αφορά τον πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων. Κι έτσι περπατάμε, προσπερνάμε, αδιαφορούμε, φυλαγόμαστε και φεύγουμε μπροστά. Γιατί όλοι νομίζουν πως η ζωή είναι άδικη και πως η κοινωνία τους χρωστά. Μερικές φορές βέβαια εξαντλώντας το υποκριτικό μας ταλέντο οφείλουμε στον εαυτό μας να γινόμαστε λίγο σαν κι αυτούς δείχνοντάς τους τον εαυτό τους. Έτσι ίσως καταλάβουν τι προκαλούν, έτσι ίσως νιώσουν κι εκείνοι πως νιώθουμε εμείς όταν μας αδικούν.

Φεύγω, φεύγεις, φεύγει. Εγώ, εσύ, η ζωή η ίδια. Αυτή που κυλάει σαν άμμος μέσα από τα χέρια μας, η ζωή που μοιάζει με όνειρο σκιάς. Φεύγουμε, φεύγετε, φεύγουν. Εμείς, εσείς και οι άλλοι. Αυτοί που νόμιζαν πως θα μείνουν για πάντα εδώ. Εκείνοι που μια ζωή τρέφονταν με τις σάρκες των άλλων. Οι σκιές που πάντα τρόμαζαν στο φως, τα ξωτικά που πάντα τα ξόρκιζε ο καθαρός λόγος και η ειλικρίνεια. Αυτοί που έφυγαν και οι «φευγάτοι» που παραμένουν. Εκείνοι που μας άφησαν και αυτοί που αφήσαμε εμείς. Τα σχέδια, τα όνειρα, τα πλάνα της ζωής μας. Το «βαθύ» της ψυχής μας, το αίμα της καρδιάς μας, τα αγγεία του εγκεφάλου μας, τα αισθήματα της ψυχής μας, τα βιώματά μας, οι χαρές μας, οι απογοητεύσεις μας. Ναι, του φευγιού είμαστε όλοι και δεν μένει τίποτα στο τέλος. Κάθε μας σταθμός ανάμνηση, κάθε πίκρα δίδαγμα, κάθε χαρά μικρής διάρκειας. Ένα αλλοπρόσαλλο σύνδρομο μιας επίκτητης νοητικής ανεπάρκειας.

Κάπου εδώ λοιπόν η επίσκεψη τελειώνει, η βίζιτα -με την καλή έννοια- φτάνει στο τέλος της. Νύχτωσε, είναι αργά, καλά μας είναι τώρα. Λίγο το φαγητό, κακή η διάθεση και περασμένη η ώρα. Δεν είναι καιρός για ευγένειες και αβρότητες, μας κούρασαν οι ωμότητες, μας εξάντλησαν οι αντιξοότητες, μας πήγαν χρόνια πίσω των ανθρώπων οι μικρότητες. Καιρός για ανάταση, ώρα για επανεκκίνηση, νωρίς για υπομονή και αργά για συμβουλές. Να σκέφτεσαι όσα θα πεις και να μη βιάζεσαι να μιλήσεις, γιατί μπορεί να σε προλάβουν οι άλλοι. Κανένας δεν μετάνιωσε επειδή σιώπησε, πολλοί όμως μετάνιωσαν επειδή μίλησαν. Κάπως έτσι η ζωή κύλησε, το κουβάρι ξετυλίχτηκε, ο βίος βράχυνε και το καντήλι στο λάδι σώθηκε. Το μόνο μας παράπονο είναι πως στην αδικία κανείς δεν συγκινήθηκε, κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε, κανείς δεν ξεσηκώθηκε.

Απρόσμενη και αναπάντεχη η επίσκεψή σου στη μνήμη σήμερα. Τώρα τελευταία θέλω να σκέφτομαι μόνο ευχάριστα, να ξεχνάω τα όποια δυσάρεστα, να μην ασχολούμαι με τα νερόβραστα, να κρατάω μόνο τα χρήσιμα. Λυπάμαι που στο χαλάω, το ξέρω πως είχες βολευτεί εκεί στον καναπέ, είχες ρουφήξει σχεδόν όλο το ποτό, είχες φάει όλα τα κεράσματα, είχες «θάψει» ότι κινείται γύρω σου, είχες ξεθάψει τσεκούρια πολέμου και γιαταγάνια μιας σκιαμαχίας που εσύ προκάλεσες. Τελικά τα κατάφερες. Επιβεβαίωσες όσα ήδη υποψιαζόμουν. Την ανυπαρξία σου, το τζάμπα χρόνο που ξοδεύτηκε από μένα για σένα. Ούτε αλάτι θα ρίξω πίσω από τον καναπέ σου, ούτε θα ανοίξω επιδεικτικά την πόρτα. Δεν θα μιλήσω καν. Θα σε κοιτάξω μόνο αδιάφορα με εκείνο το συγκαταβατικό βλέμμα που θα μπορεί να συμπυκνωθεί  σε μια και μόνο άρρητη ερώτηση: «Έφευγες;»…

 

Σχετικά άρθρα

Δείτε επίσης

Close