To Οδοιπορικό του Μικρασιάτη Νικόλα Τριανταφύλλου του Γιάννη Τσακπίνη

Γράφει όπως τα θυμάται ο Γιάννης Τσακπίνης,

Απόστρατος Αξιωματικός

Έχουν περάσει περισσότερα από 95 χρόνια και συνεχίζει να είναι θλιμμένη και στα μαύρα ντυμένη η μάνα των προσφύγων που λέγεται Μικρά Ασία.

Σε κάθε γωνιά της ακούγονται ακόμα τα γογγυτά των προγόνων της που με τα δάκρυά τους ποτίζουν τα Άγια χώματα που έχουν εγκαταλείψει από τη βαρβαρότητα που δεχθήκανε τα χρόνια του πολέμου. Οι ρίζες τους θα μένουν αιώνια στα σπλάχνα των απογόνων τους. Ελπίζουν και περιμένουν την επιστροφή τους να μπούνε στα ίδια σπίτια των γονέων και των παππούδων τους.

Την περίοδο του 1915 η πολιτική μας ηγεσία με τον Βασιλέα είχανε διαφωνία ως προς τον τρόπο χειρισμού υπεράσπισης των δικαιωμάτων μας στη Μ. Ασία.

Έτσι έφερε το λαό σε αναστάτωση οπότε ένα μέρος του πληθυσμού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα υπάρχοντά του να φύγει στην Ελλάδα για να προστατευθεί από τον ενδεχόμενο πόλεμο.

Πήρανε μαζί τους όσα πράγματα μπορούσανε και με καΐκια ή βάρκες φθάσανε στην Μυτιλήνη ύστερα από μια επικίνδυνη θαλάσσια περιπέτεια.

Μέσα σε αυτούς τους πρόσφυγες ήτανε και η οικογένεια του Αποστόλη και της Παναγιώτας Τριανταφύλλου από τις Ν. Φώκαιες που είχανε παντρευτεί πριν ένα χρόνο και ζούσανε από τα πλούσια αγαθά της αγροτικής τους παραγωγής.

Μόλις φθάσανε στο νησί η Παναγιώτα συναντήθηκε με την οικογένεια του αδελφού της Βατζέλη Θοδωρή ενώ ο άνδρας της Αποστόλης δεν βρέθηκε ποτέ παρά τις συνεχείς αναζητήσεις του και παραμένει άγνωστο τι συνέβη κατά την διαδρομή τους.

Από εκεί πήγανε για διαμονή στο χωριό Δάφνη να περιμένουν αν γυρίσουν στα σπίτια τους ή αν θα  παραμείνουν στην Ελλάδα.

Η Παναγιώτα όμως ήτανε έγκυος και μετά από μια εβδομάδα στις 6-8-1915 γέννηση ένα αγόρι αμέσως το βαπτίσανε στην Εκκλησία του χωριού και πήρε το όνομα Νικόλαος.

Η μάνα του από την κακή της διατροφή δεν είχε πολύ γάλα και ο Νίκος συνέχεια είχε κλάματα. Κατά τύχη εκεί κοντά στο σόχωρο ενός κατοίκου ήτανε μια γαϊδάρα που είχε γάλα. Πήγε ο αδελφός της, τον παρακάλεσα και του έδινε κάθε μέρα. Ο μικρός ηρέμησε και κοιμότανε χωρίς να κλαίει.

Μετά από ένα χρονικό διάστημα  πήρανε το μήνυμα να γυρίσουν πίσω στα σπίτια τους υποσχόμενη η κυβέρνηση, ότι δεν έχουν κανένα κίνδυνο και να συνεχίσουν να ζούνε όπως πρώτα.

Αυτό όμως δεν κράτησε ούτε 6 χρόνια και ο πόλεμος πλέον ήτανε ορατός.

Το μήνυμα αυτή τη φορά το στείλανε οι καμπάνες των εκκλησιών να κτυπούν έντονα για να ενημερωθούν όλοι οι κάτοικοι των περιοχών να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να φύγουν για την Ελλάδα.

Πήρανε ότι προλάβουνε μαζί τους και με φωνές και κλάματα των γυναικών και των παιδιών μπαίνανε στα καΐκια και στις βάρκες για να περάσουν στη Μυτιλήνη.

Αυτή τη φορά ήτανε περισσότεροι πρόσφυγες ανάμεσά τους πάλι η Παναγιώτα Τριανταφύλλου με το γιο της Νίκο και την οικογένεια του αδελφού της Βατζέλη Θοδωρή.

Από εκεί και μετά από μέρες και μαζί με άλλους φθάσανε στον Πειραιά και με καράβι τους στείλανε στην Κρήτη στο Ρέθυμνο. Η αρμόδια υπηρεσία της πόλης τους έστειλε στο χωριό Ρουσσοσπίτι για να κατοικήσουν στα κενά σπίτια που αφήσανε πίσω τους οι Τούρκοι.

Στην Παναγιώτα έδωσε ένα μικρό σπίτι με μια αυλή για τη λάτρα της στο κάτω μέρος του χωριού. Επίσης λίγο παρακάτω ένα μικρό σόχωρο για να φυτεύει τα απαραίτητα λαχανικά για τη διατροφή τους. Αμέσως το καθάρισε και το άσπρισε για να μην αρρωστήσουν.

Αργότερα στην τοποθεσία Κoυλουρίδια της δώσανε ελιές και αμπέλι. Το ίδιο και στον αδελφό της, δώσανε ακριβώς απέναντί της μεγαλύτερο σπίτι, σόχωρο, ελιές και αμπέλι στην ίδια περιοχή.

Στην αρχή δεν μπορούσε να φύγει από το σπίτι να εργαστεί για να διαβιώνουν μέχρι που μεγάλωσε λίγο ο Νίκος και τον έπαιρνε κοντά της. Βασικά την βοηθούσε ο αδελφός της και η γειτονιά και η Παναγιώτα βοηθούσε τον αδελφό της στις αγροτικές δουλειές και είχε ως αντίκρισμα από όλα για την διατροφή της.

Όταν μεγάλωσε περισσότερο πήγε στο Δημοτικό Σχολείο και όταν το τελείωσε διάλεξε το επάγγελμα του ξυλουργού ώσπου μέχρι να μάθει την τέχνη ήρθε σε ηλικία και πήγε στρατιώτης αλλιώς αν δεν πήγαινε δεν θα μπορούσε να παντρευτεί όπως τότε συνηθιζόταν.

Στις 26 Ιουνίου του 1945 απελύθη οριστικά από τον Στρατό και συνέχισε να εργάζεται ξυλουργός σε διάφορα μαγαζιά της πόλης μας αφήνοντας άριστες εντυπώσεις για την εργασία του. Για να ξεκουράσει τη μάνα του που είχε κουραστεί στα χρόνια από τη Μ. Ασία μέχρι και στο χωριό Ρουσσοσπίτι για να τον μεγαλώσει αποφάσισε να παντρευτεί. Έτσι διάλεξε και πήρε με προξενιό την κόρη του Μουλίτσα Γεωργ. την Βασιλεία (Βαρκάρη) από το ίδιο χωριό.

Μένανε στο ίδιο σπίτι με τη μάνα του και εκεί αποκτήσανε 7 παιδιά (τρία αγόρια και τέσσερα κορίτσια).

Εργαζόμενος εξοικονόμησε χρήματα και αγόρασε οικόπεδο να κτίσει σπίτι στον Πλατανέ για να φύγει από το χωριό και φρόντιζε να τα μεγαλώσει καλύτερα και να αποκατασταθούν ήτανε η επιθυμία του.

Πράγματι, με πολλές θυσίες του πατέρα και της μάνας τους πήρανε τον καλό κοινωνικό δρόμο και δημιουργηθήκανε οικογενειακά και επαγγελματικά, βλέποντας οι γονείς τους τα εγγόνια που τους προσφέρανε. Υπόψιν ότι τα ονόματα των παππούδων δεν έχουν χαθεί, τα κληρονομήσανε τα δυο παιδιά του γιου τους Νικόλα, ο πρωτότοκος Αποστόλης Τριανταφύλλου και η κόρη Παναγιώτα Αλεξάκη που κατοικούν σήμερα στον Πλατανιά της πόλης μας και έχουν αντιγραφή το κοινωνικό παράδειγμα των γονέων τους στη γύρω κοινωνία τους.

Ο Νικόλας όπως τον ονομάζανε όλοι δεν είχε την οικονομική άνεση να ανοίξει δικό του ξυλουργείο λόγω της πολύτεκνης οικογένειάς του.

Όμως ήτανε καλός τεχνίτης και αγαπητός από όλους τους μαραγκούς στην πόλη και όλοι του προσφέρανε εργασία όση και αν ήθελε. Εργάστηκε πολλά χρόνια στο μαγαζί του Λαγού στο λιμάνι και τελείωσε να εργάζεται με τον  Χριστοδουλάκη Παύλο στην παλιά πόλη. Μετά συνέχισε να περνά χαρούμενες μέρες με τη γυναίκα του και τα παιδιά του και με τα εγγόνια του και αργότερα έφυγε παντοτινά από κοντά τους στις 21 Δεκεμβρίου 1992.

Τέλος, ο Νικόλας Τριανταφύλλου ήτανε πάντα χαρούμενος, γελαστός, αστείος και πάντα έκανε παρέα με τους συγγενείς και με τους φίλους του στο χωριό και στην πόλη. Επίσης, ήτανε πολύ μερακλής και γλεντζές. Από μικρός έμαθε να τραγουδά κρητικούς σκοπούς και με πολλές αστείες μαντινάδες.

Με το ταλέντο που είχε στην τέχνη του έφτιαξε μόνος του κρητική λύρα. Έμαθε να παίζει και διασκέδαζε πάντα τις παρέες του. Όμως δεν ξέχασε να μάθει να παίζει και να τραγουδά και τους Μικρασιάτικους χορούς που με χαρά όλοι τους προτιμούσανε.

Σήμερα που τον φέραμε στη μνήμη μας του κάνουμε μνημόσυνο με την συμμετοχή των παιδιών του, των εγγονών του και όλων που είναι στη ζωή και τον θυμούνται!

Σχετικά άρθρα