Γιατί ο ετήσιος αντιγριπικός εμβολιασμός κάνει τον οργανισμό πιο ανθεκτικό

Το ανώτατο ποσοστό ανοσιακής κάλυψης που μπορεί να προσφέρει το εμβόλιο της γρίπης είναι 70%. Το ότι το εμβόλιο δεν μπορεί να προσφέρει 100% κάλυψη οφείλεται στο ότι ο ιός της γρίπης έχει την ικανότητα να μεταλλάσσεται.

Ωστόσο, ο ετησίως επαναλαμβανόμενος αντιγριπικός εμβολιασμός αυξάνει την ανοσιακή κάλυψη του οργανισμού, ώστε ακόμη κι αν κάποιος προσβληθεί από γρίπη θα νοσήσει ηπιότερα. Τα παραπάνω επισημαίνει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η παθολόγος-λοιμωξιολόγος, επιμελήτρια Α’ στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, Αθηνά Πυρπασοπούλου, με αφορμή την ομιλία της με τίτλο «Γρίπη: Θεωρίες συνωμοσίας και αλήθειες για τη νόσο και τον εμβολιασμό» στο 17ο φαρμακευτικό συνέδριο-έκθεση PHARMA point, που διοργανώνει ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, στις 14 και 15 Οκτωβρίου, στο συνεδριακό κέντρο «Ι. Βελλίδης».

Όπως αναφέρει η κ. Πυρπασοπούλου, η εποχική γρίπη είναι το πιο συχνό νόσημα, αλλά και το πιο συχνό αίτιο θανάτου από νόσημα που προλαμβάνεται με εμβολιασμό. Προκαλεί επιδημίες κάθε έτος με 250.000-500.000 θανάτους ετησίως. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου κατ’ εκτίμηση νοσεί 3%-5% του πληθυσμού κάθε χρόνο, αναμένονται περίπου 40.000 θάνατοι ανά έτος. Ο ισχυρισμός ότι η γρίπη δεν μπορεί να προληφθεί, αποτελεί έναν από τους πιο διαδεδομένους μύθους καθώς ασπίδα προστασίας ενάντια στη νόσο αποτελεί ο ετήσιος αντιγριπικός εμβολιασμός.

«Το ποσοστό προφύλαξης επηρεάζεται από το επικρατών στέλεχος του ιού ανά εποχή και σε συνάρτηση με την ηλικία και την ανοσιακή κατάσταση του οργανισμού κυμαίνεται από 40%-60%. Εξαρτάται από την περίοδο, εξαρτάται από τα στελέχη που κυκλοφορούν. Π.χ., πέρσι, με τα στελέχη που απομονώθηκαν, τα εμβόλια δεν κάλυπταν πολύ καλά ως προς το στέλεχος του ιού Β και είχε μια αντιγονική παρέκκλιση και ως προς τον Α. Θεωρείται ότι αυτό είναι συνήθως το ποσοστό κάλυψης και μπορεί να φτάσει μέχρι και το 70%. Εξαρτάται από το αν κάποιος έχει κάνει εμβολιασμούς παλιότερα, διότι και αυτό μπορεί να δώσει ενός βαθμού ανοσία στον οργανισμό. Αυτός που επαναλαμβάνει τον εμβολιασμό κάθε χρόνο είναι καλύτερα καλυμμένος από αυτόν που έχει εμβολιαστεί μία-δύο φορές. Έχει ανοσοποιηθεί για περισσότερα στελέχη. Ο επαναλαμβανόμενος εμβολιασμός αυξάνει την ανοσιακή κάλυψη του οργανισμού. Από την επιδημιολογική ανάλυση των περιστατικών που νοσηλεύονται σε μονάδες αυξημένης φροντίδας αποδεικνύεται ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που νοσούν βαριά κάθε έτος είναι ασθενείς που δεν εμβολιάστηκαν, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις ανήκαν σε ομάδες υψηλού κινδύνου. Δεν βλέπουμε εκεί ανθρώπους οι οποίοι έχουν εμβολιαστεί ή που εμβολιάστηκαν και νόσησαν. Ακόμη κι αν το εμβόλιο δεν προσφέρει 100% κάλυψη, ο εμβολιασμένος νοσεί πιο ήπια, η κλινική εικόνα είναι ηπιότερη και αποτρέπεται στη συντριπτική πλειονότητα η ανάγκη για νοσηλεία» εξηγεί η κ. Πυρπασοπούλου.

Σύμφωνα με την ίδια, το επιχείρημα ότι «δεν χρειάζομαι εμβολιασμό, γιατί δεν έχω νοσήσει ποτέ» ακούγεται το ίδιο παράλογο με το «δεν φοράω ζώνη στην οδήγηση, γιατί δεν έχω τρακάρει ποτέ».

«Η παρανόηση ότι η γρίπη δεν αποτελεί επικίνδυνη και σοβαρή νόσο πηγάζει από την κατάχρηση του όρου για κοινά σύνδρομα, όπως το κοινό κρυολόγημα ή η γαστρεντερίτιδα. Η κλινική βαρύτητα της νόσου, βέβαια, ποικίλει και εξαρτάται από την ηλικία, την προηγηθείσα έκθεση/ανοσοποίηση ή την παρουσία συννοσηροτήτων ή γενικότερα επιβαρυμένης κλινικής κατάστασης. Οι επιπλοκές της κυμαίνονται από την εκδήλωση παραρρινοκολπίτιδας και πνευμονίας έως επιπλοκές από το καρδιαγγειακό σύστημα, σηψαιμία, εγκεφαλοπάθεια, ακόμη και θάνατο» προσθέτει η κ. Πυρπασοπούλου.

Σύμφωνα με την ίδια, η αποτελεσματικότητα των αντιικών φαρμάκων στην πρόληψη των επιπλοκών είναι αμφιλεγόμενη, με μόνο αποδεδειγμένο όφελος από τη χρήση τους την ελάττωση της μέσης διάρκειας νοσηλείας των ασθενών, χωρίς όμως ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της νόσου.

«Ο εμβολιασμός αποτελεί απαράβατη ιατρική οδηγία, ειδικά για συγκεκριμένες ομάδες ασθενών. Θα πρέπει να διενεργείται την κατάλληλη εποχή (Οκτώβριο-Νοέμβριο) σε μία εφάπαξ δόση (πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων όπου συνιστάται επανάληψη μετά 3μήνου), καλύπτει ανοσιακά για περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών, δηλαδή όλη την περίοδο έξαρσης της νόσου στο Βόρειο ημισφαίριο και θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο λόγω της ικανότητας του ιού να παρεκκλίνει αντιγονικά και να μεταβάλλεται η επιδημιολογία των επικρατούντων κατά περιοχή στελεχών» επισημάνει η κ. Πυρπασοπούλου.

Σύμφωνα με την ίδια, το αντιγριπικό εμβόλιο στη φαρμακοτεχνική μορφή που κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στην Ελλάδα, είναι αποδεδειγμένα ασφαλές, με ελάχιστες πιθανότητες εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών. Παρ’ όλα αυτά, ασθενείς με ιστορικό σοβαρών αλλεργικών αντιδράσεων ή νευρολογικών επιπλοκών από προηγηθέντες εμβολιασμούς θα πρέπει να απευθύνονται στον ιατρό τους για οδηγίες.

«Και για τη φετινή χρονιά λοιπόν ας εστιάσουμε στο: ενημερώνομαι έγκυρα και εμβολιάζομαι, για να προστατέψω όχι μόνο τον εαυτό μου αλλά και τον οικογενειακό και κοινωνικό μου περίγυρο» προτρέπει η κ. Πυρπασοπούλου.

Δικαστική απόφαση για τα εμβόλια

Φως στην ερμηνεία της απόφασης της 21ης Ιουνίου 2017 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) σχετικά με τα εμβόλια επιχειρεί να ρίξει η καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, διευθύντρια Εργαστηρίου Μελέτης Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής ΑΠΘ, Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου. Στην ομιλία της στην ενότητα του 17ου PHARMA point με θέμα «Τα εμβόλια στο? μικροσκόπιο» θα δώσει εξηγήσεις για την υπ’ αριθμ. C-621/15 απόφαση του ΔΕΕ σχετικά με τα εμβόλια, η οποία αναμεταδόθηκε από ξένα και ελληνικά ηλεκτρονικά ΜΜΕ ως πράξη δικαίωσης του αντιεμβολιαστικού κινήματος και ως δήθεν απόδειξη πως τα εμβόλια μπορούν να προκαλέσουν ασθένειες.

Σύμφωνα με την κ Συμεωνίδου-Καστανίδου, η απόφαση αυτή δεν έχει καθόλου τη διάσταση που της αποδίδεται, καθώς ουδέποτε το ΔΕΕ αποφάσισε ότι τα εμβόλια συνολικά αποτελούν πιθανή αιτία για ασθένειες.

«Το θέμα που απασχόλησε το ΔΕΕ είχε ως εξής: Στον J. W. χορηγήθηκε το εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας B και στη συνέχεια αυτός παρουσίασε διάφορα προβλήματα υγείας, συμπεριλαμβανομένης και σκλήρυνσης κατά πλάκας. Ο J. W. απεβίωσε το 2011, αλλά από το 2006 ο ίδιος και η οικογένειά του είχαν ασκήσει αγωγή κατά της κατασκευάστριας εταιρείας, ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας την οποία ο J. W. ισχυριζόταν ότι υπέστη λόγω του εμβολίου. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο δικαστής μπορεί να στηριχθεί σε ενδείξεις, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη ελαττώματος ενός εμβολίου και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του εμβολίου και της ασθένειας, δεδομένης της σχετικής έλλειψης ομοφωνίας στην επιστημονική κοινότητα και του ότι, κατά την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων, ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία, το ελάττωμα και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας» εξηγεί η κ. Συμεωνίδου-Καστανίδου.

Επιπλέον τονίζει ότι «το ΔΕΕ έκρινε ότι ο εθνικός δικαστής μπορεί, ελλείψει βέβαιων και αδιάσειστων αποδείξεων, να συναγάγει την ύπαρξη ελαττώματος του εμβολίου και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτού και της ασθένειας, στηριζόμενος σε ένα σύνολο σοβαρών, ακριβών και συγκλινουσών ενδείξεων που προσκομίζει ο ζημιωθείς, εφόσον βάσει τούτων πιθανολογείται επαρκώς ότι το συμπέρασμα αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ουδέποτε λοιπόν το ΔΕΕ αποφάσισε ότι τα εμβόλια συνολικά αποτελούν πιθανή αιτία για ασθένειες, παρά ασχολήθηκε με το δικονομικό θέμα των αποδεικτικών μέσων για την κατάφαση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ εμβολίων και ασθενειών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση».

 

iefimerida.gr

Σχετικά άρθρα