Ο περβολάρης της παλιάς εποχής

Γράφει ο Γιάννης Τσακπίνης, Απόστρατος Αξιωματικός

Μικρά Ασία, μάνα μου, την προσευχή μου κάνω, για να γυρίσω στην αγκάλη σου, θέλω κοντά σου να πεθάνω.

Αυτή ήτανε η επιθυμία όλων των προσφύγων που φθάσανε με πολλές δυσκολίες διατροφής και διαβίωσης κατά τον ερχομό τους για διαμονή στο χωριό Καπεδιανά.

Πιστεύανε ότι γρήγορα ή αργά θα γυρίσουν εκεί που γεννηθήκανε μέσα στα πλούσια αγαθά τους που αφήσανε πίσω τους.

Παππούδες – γονείς και τα παιδιά τους γονατίζανε μπροστά στον Άγιο του χωριού τους και τον παρακαλούσανε να τους βοηθήσει να γυρίσουν στα σπίτια τους το γρηγορότερο.

Οι πρώτες ημέρες ήτανε δύσκολες σε όλα, αλλά αμέσως πέσανε με τα  μούτρα στις δουλειές των χωραφιών που τους δώσανε προσωρινά και στην κτηνοτροφία για να παράγουν τα απαραίτητα για τη διατροφή τους και από αυτά μετά να εξασφαλίσουν την καλή τους διαβίωση.

Και στην πατρίδα τους ήτανε γεωργοί και κτηνοτρόφοι όπου εύκολα πετύχανε το σκοπό τους χάρις στις καλές και επιτυχημένες τους γνώσεις που είχανε στα επαγγέλματά τους. Ακόμα ήτανε και καλοί περβολάρηδες για να αποκτούν τα πρώτης ανάγκης τρόφιμα για τη διατροφή τους και για το εμπόριο.

Αξίζει να αναφερθούμε για τον περιβολάρη Κότσαγα Γεώργιο και για την γυναίκα του  Φρόσω Κεχαγιά του Ιωάννου, πολύτεκνη με 6 παιδιά, οικογένεια που είχανε έρθει από τη Μ. Ασία.

Από τον Βρύσινα ξεκινούν τρεις μικροπόταμοι που μεταφέρουν τα περισσευούμενα νερά του χειμώνα διερχόμενοι πλησίον του χωριού με κατάληξη στη θάλασσα.

Οι κάτοικοι του χωριού πριν από χρόνια είχανε κατασκευάσει αυτοσχέδια φράγματα (στέρνες) και στους τρεις ποταμούς με πέτρες και λάσπη να συγκεντρώνουν τα παραμένοντα νερά αυτών για να ποτίζουν τα περιβόλια που είχανε φυτέψει κοντά στο χωριό που ήτανε αναγκαία για τη διατροφή τους.

Συγχρόνως και η υπηρεσία της αγρονομίας με συνεργασία της Αγροφυλακής συντάξανε κανονισμό για να έχουν το δικαίωμα όλοι οι χωριανοί να παίρνουν νερό ανάλογα των εκτάσεών τους τις ημέρες της εβδομάδος ο οποίος και σήμερα υπάρχει με ορισμένες βελτιώσεις.

Ο Γιώργος και η Φρόσω όπως και όλοι οι χωριανοί από την άνοιξη ετοιμάζανε το περιβόλι τους να φυτέψουν όλα τα περβολικά τους.

Έτσι πολύ πρωί φεύγανε με τα πόδια ή και με τον γάιδαρό τους για να προσφέρουν την καλλιέργεια και το πότισμα στα περβολικά τους που ήτανε: πατάτες, φασόλια, μπάμιες, ντομάτες κ.λπ. Η λίπανση όλων γινότανε από την κοπριά των ζώων τους και είχανε ιδιαίτερη νοστιμάδα και τα περισσεύματά τους φθάσανε στην πόλη μεταφερόμενα με τον γάιδαρό τους σε κοφίνια, σε καλάθια ή σε τσουβάλια. Το χωριό είχε το καλύτερο όνομα στην περιοχή σε όλα γι’ αυτό και τα προτιμούσανε.

Ο Γιώργος την ημέρα που είχε πότισμα πήγαινε και άνοιγε την στέρνα και το νερό με τον καταπότη από χώμα έφθανε στο περιβόλι τους και από εκεί στα αυλάκια των φυτών.

Η Φρόσω με το τσουβάλι την κοπριά κοντά στον καταπότη έβαζε στο διερχόμενο νερό ανάλογη ποσότητα να λιπανθούν για να παράγουν περισσότερα και νόστιμα. Αυτό το λέγανε σερμπέτι. Η μάνα του Γιώργου η ομορφούλα έμενε στα παιδιά για να εργάζονται σε όλες τις αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες τους ενώ ο πατέρας τους είχε χαθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Είχανε και λίγες προβατίνες για το κρέας, το γάλα, το τυρί, την κοπριά τους και τα μαλλιά που πλέκανε ορισμένα ρούχα και κάλτσες.

Με την εργατικότητά τους καταφέρανε να μεγαλώσουν τα πέντε παιδιά πλούσια στη διατροφή τους ενώ ένα είχε φύγει ενωρίς από τη ζωή.

Όταν είχανε μεγάλη παραγωγή ένα μέρος το πηγαίνανε στη χώρα για να πάρουν από αυτά που δεν είχανε: ψάρια, μπακαλιάρο, αλεύρι, μακαρόνια, ρύζι κ.λπ.

Ορισμένα περβολικά με αυτοσχέδια επεξεργασία τα αποθηκεύανε για το χειμώνα: ντομάτες, μπάμιες, μελιτζάνες, φασόλια. Υπόψιν ότι  κρατούσανε σπόρους και για τον επόμενο χρόνο από όλα τα φυτά τους.

Επειδή ορισμένοι του χωριού και των γειτονικών χωριών του Βρύσινα δεν επιθυμούσαν να φυτέψουν περβόλια πηγαίνανε όταν απουσιάζανε οι περβολάρηδες ή τη νύχτα και κλέβανε μέρος αυτών για τη διατροφή τους.

Γι’ αυτό την καλοκαιρινή περίοδο που ήτανε τα περβολικά τους σε πλήρη παραγωγή οι περβολάρηδες του χωριού πηγαίνανε κοντά στα περβόλια τους αφού είχανε κατασκευάσει αυτοσχέδιες καλύβες από ξύλα και καλάμια που τις σκεπάζανε με κλάδους πλατάνων για να προλάβουν να προστατευόσουν τους κόπους τους από αυτούς. Εκτός από τα οικιακά τους σκεύη για το μαγείρεμα παίρνανε κοντά τους τις κατσίκες για να το γάλα τους και τις κότες για τα αυγά τους.

Είχανε όμως και την προστασία τους από τον αγροφύλακα του χωριού που ήτανε πάντοτε παρόν μέρα και νύχτα. Συχνά έκανε μπροσκάδες να προλάβει την κλοπή και όλους που  έπιανε να κλέβουν τους έστελνε στον Αγρονόμο. Είχανε κοντά στην καλύβα και το σκύλο τους για να προσφέρει και αυτός την υπηρεσία του στο αφεντικό του.

Τα υπόλοιπα ζώα τους, αγελάδες και πρόβατα βόσκανε στις πλαγιές του Βρύσινα ο δε γάιδαρος εξυπηρετούσε όλες τις ανάγκες της οικογένειας.

Το φθινόπωρο που τελειώνανε τα περισσότερα περβολικά τους γυρίζανε στα σπίτια τους να προετοιμαστούν για τις εργασίες του χειμώνα (σπορά, ελιές κ.λπ.).

Οφείλουμε να φέρουμε στη σκέψη μας και τους άλλους περβολάρηδες του χωριού που δώσανε με τον ίδιο τρόπο τον αγώνα τους για να διατηρηθούν στη ζωή: τον Τσαχπίνη Παναγ., τον Κεχαγιά Ιωάννη, τον Γιακιντζή Παναγ., τον Δελήμπαση Στέλιο, τον Ματθαίου Κυριάκο, τον Παλάση, τον Σκουμπελιανό Νικ., τον Παπαγιάννη Κων., τον Χελιδόνη, τον Δελήμπαση  Αθαν., τον Βρεττό Ιωάν. κ.λπ.

Σήμερα ελάχιστα περιβόλια καλλιεργούνται από τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους που μένουν στο χωριό καθότι οι περισσότεροι έχουν φύγει στις πόλεις και ασχολούνται με άλλα επαγγέλματα.

Ο τρόπος καλλιέργειας είναι ο ίδιος με τα ίδια φυτά και το νερό έρχεται στα περιβόλια από τις ίδιες στέρνες με ελαστικούς σωλήνες για το πότισμα ο δε καταπότης με το χώμα αποτελεί παρελθόν.

Τα περβολικά που παράγουν δεν δέχονται ψεκασμούς παρά μόνο με πρακτικούς τρόπους όπως κάνανε και οι πρόγονοί τους.

Έτσι απολαμβάνουν την νοστιμάδα όλων που τους προσφέρει ο υπαίθριος τόπος του χωριού τους που συμβάλλει για το καλό της υγείας τους. Όλοι οι περβολάρηδες και οι περβολάρισσες του χωριού έχουν φύγει από τη ζωή. Τελευταία έφυγε πριν 6 μήνες η Φρόσω Κότσαγα σε ηλικία 97 ετών.

Τα τελευταία χρόνια το γήρας της δεν την επέτρεπε να μένει μόνη της στο χωριό. Ο γιος της Χρήστος την πήρε στην πόλη στο σπίτι του και της προσέφερε όλα για να περνά καλά και χωρίς να απουσιάζουν από κοντά της όλα τα παιδιά και τα εγγόνια της με πολλή αγάπη. Είχε συχνά επισκέψεις και από τους συγγενείς και από όσους την γνωρίζανε.

Πάντα προς όλους έλεγε τα βιώματα της κατοχής που πέρασε και ξεσπούσε σε αναστεναγμούς που τα θυμότανε. Δεν ξεχνούσε την εκκλησία του Σωτήρος Χριστού που αδυνατούσε να πάει να προσευχηθεί. Έλεγε πάντα για το παραδοσιακό πανηγύρι στις 6 Αυγούστου που το γιορτάζανε μαζί όλοι οι χωριανοί στα σπίτια και στην πλατεία της βελανιδιάς. Το ίδιο έλεγε και για την βρύση που κουβαλούσε με τη στάμνα το νερό στο σπίτι. Επίσης για το θέρος στο Βρύσινα και το αλώνισμα χωρίς βέβαια να παραλείψει το περιβόλι τους και το πότισμά του.

Θα μένουν αξέχαστοι όλοι οι Μικρασιάτες περιβολάρηδες που ζήσανε στο χωριό Καπεδιανά. Αφήσανε ρίζες και πάντα θα αναφέρονται τα ονόματά τους. Γι’ αυτό το παρόν κείμενο το αφιερώνουμε στους Μικρασιάτες περβολάρηδες του χωριού Καπεδιανά και αποτελεί μνημόσυνο για τις ψυχές των που βασιλεύουν εις τους ουρανούς πάντα με την προστασία του Σωτήρος Χριστού που είχανε και πριν στο χωριό τους.

Σχετικά άρθρα