Παράνομο εμπόριο: Αιτίες – επιπτώσεις – προτάσεις αντιμετώπισης

Άρθρο του Μανώλη Γ. Ψαρουδάκη, Μέλους του ΔΣ της ΕΣΕΕ - Αντιπροέδρου Επιμελητηρίου Ρεθύμνης

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα αποκάλυψε προβλήματα που προϋπήρχαν, όπως και αδυναμίες της οικονομίας και της κοινωνίας  που συγκαλύπτονταν κατά την περίοδο της ανοδικής φάσης του οικονομικού κύκλου, δημιουργώντας ένα σαθρό υπόβαθρο. Όπως και να έχει, για την Μικρομεσαία Επιχειρηματικότητα στη χώρα μας, η περίοδος της κρίσης ήταν και είναι ιδιαίτερα επώδυνη. Για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία σχεδόν όλες οι ελληνικές επιχειρήσεις βρέθηκαν σε μια τέτοια ύφεση που να απειλεί την ίδια την ύπαρξή τους.

Όμως, οι  «μεταρρυθμίσεις» και τα μέτρα που λαμβάνονται ώστε να αναστραφεί η κάθοδος, είναι συχνά άστοχα, αφού δεν επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στο πλαίσιο αυτό των «μεταρρυθμίσεων» το κράτος επέβαλλε νέα φορολογία στους πολίτες, κάνοντας έτσι τις φορολογικές τους υποχρεώσεις δυσβάσταχτες, σε συνδυασμό με την μείωση των μισθών που εφαρμόστηκε. Επίσης, οι έμμεσες φορολογικές επιβαρύνσεις (αύξηση συντελεστών ΦΠΑ κλπ.) και η αύξηση του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων αποτελούν επιπρόσθετους αρνητικούς παράγοντες.  Αποτέλεσμα; Αύξηση της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής, που αποτελούν πλέον ανασταλτικούς παράγοντες της οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας. Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι αρχές στα πλαίσια των ενεργειών που γίνονται για την δημοσιονομική εξυγίανση, είναι το παράνομο εμπόριο, δραστηριότητα με σημαντικές συνέπειες, που πρέπει να εξετάσουμε.

ΑΙΤΙΕΣ:

Όπως ήδη αναφέραμε, οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές αλλά και το άνισο, σε πολλές περιπτώσεις, φορολογικό σύστημα και κατ’ επέκταση οι υψηλοί πόροι που καλούνται οι πολίτες και οι επιχειρήσεις να καταβάλλουν, αποτελούν ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα άνθησης της παραοικονομίας. Με την απόκρυψη ενός μέρους των εισοδημάτων τους οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν λιγότερους φόρους. Το ίδιο ισχύει και στον τομέα των επιχειρήσεων.

 

Επίσης,  μέσα από το παρεμπόριο δεν καταβάλλονται οι έμμεσοι φόροι όπως ο φόρος προστιθέμενης αξίας ( Φ.Π.Α) , ειδικοί φόροι κατανάλωσης ( Ε.Φ.Κ ) και διάφορα άλλα τέλη.

Αλλά επιπρόσθετα, η ανεργία, ιδιαίτερα η μακροχρόνια, παίζει σημαντικό ρόλο στο μέγεθος της «παράλληλης» οικονομίας. Η αδυναμία ενός ατόμου να βρει εργασία στον επίσημο τομέα της οικονομίας το οδηγεί στην παραοικονομία ή/και στο παρεμπόριο, όπου συνήθως απασχολείται με χειρότερους όρους εργασίας (π.χ. μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, δεδουλευμένων κλπ).  Τέλος θα πρέπει να αναφερθούν και οι συνέπειες των κατασχέσεων τραπεζικών λογαριασμών, όπως και της μη ύπαρξης ενός ακατάσχετου επιχειρηματικού λογαριασμού έστω για την κάλυψη λειτουργικών εξόδων και των άμεσων υποχρεώσεων, που οδηγούν πολλές επιχειρήσεις στην αποφυγή χρήσης καρτών, ή και ακόμα νόμιμων συναλλαγών.

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ:

Ι. Οι έρευνες καταδεικνύουν τις συνεχώς αυξανόμενες διαστάσεις που λαμβάνει τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο του παρεµπορίου στη χώρα µας, ενώ οι συνέπειές του στην εγχώρια αγορά είναι ανησυχητικές. Υπολογίζεται, ότι ένα στα τρία ευρώ που δαπανούν οι Έλληνες κατευθύνεται πλέον στο παρεµπόριο.

ΙΙ. Η,  με γεωμετρική πρόοδο αύξηση των παράνομων πωλήσεων ειδικά την τελευταία οκταετία στερεί συνεχώς τζίρο από το νόμιμο, στεγασμένο εμπόριο. Τα λουκέτα (και η αντίστοιχη αύξηση της ανεργίας) κατέληξαν ένα φαινόμενο τόσο οικείο που πια η οποιαδήποτε αύξηση του αριθμού τους δεν φαντάζει πρωτοφανής. Η σποραδική και πολύ σπάνια ανακάλυψη αποθηκών με παράνομα προϊόντα, είναι σταγόνα στον ωκεανό του προβλήματος.

ΙΙΙ. Δημόσια υγεία: Τα προϊόντα «μαϊμούδες» δεν αφορούν μόνο αγαθά πολυτελείας, αλλά εμφανίζονται σε όλους τους τομείς καταναλωτικών προϊόντων, όπως για παράδειγμα φαρμακευτικά, καλλυντικά, παιδικά παιχνίδια, ανταλλακτικά και πωλούνται ευκολότερα, πλέον (μέσα από το ηλεκτρονικό εμπόριο), θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. Στο σημείο αυτό, πιστεύω ότι αξίζει μια αναλυτικότερη περιγραφή των πιθανών επιπτώσεων μερικών από τα προϊόντα αυτά, στην υγεία του συχνά ανυποψίαστου, καταναλωτή:

Τσιγάρα – καπνικά προϊόντα: Κατασκευάζονται από εργοστάσια που εδρεύουν στην Κίνα και σε μικρά παράνομα εργαστήρια Ευρωπαϊκών ή/και Βαλκανικών χωρών. Τα προϊόντα αυτά ιδιοποιούνται κατατεθειμένα σήματα μεγάλων εταιρειών χωρίς την έγκριση του δικαιούχου. Πρόκειται δηλαδή για απομιμήσεις. Η συνολική τους ποιότητα κυμαίνεται από πολύ κακή έως μέτρια. Χρησιμοποιείται καπνός που, στην καλύτερη περίπτωση είναι χαμηλής ποιότητας και συχνά μόνο απορρίμματα καπνού και άλλα άχρηστα παραπροϊόντα της καπνοβιομηχανίας. Συχνά χρησιμοποιούνται φίλτρα που υστερούν στην τεχνολογία με συνέπεια να αυξάνονται οι περιεκτικότητες σε πίσσα, νικοτίνη και μονοξείδιο του άνθρακα. ‘Άγνωστες είναι και οι συνθήκες υγιεινής στα εργαστήρια που παράγονται.

Αθλητικά – παιδικά υποδήματα: Τα ευρήματα που απασχολούν τις Υπηρεσίες Προστασίας Καταναλωτή, καθώς και οι αντίστοιχοι συνεπαγόμενοι κίνδυνοι, αφορούν κυρίως στα υλικά κατασκευής αλλά και σε πρόχειρα, εύκολα αποσπώμενα τμήματα που μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα από την πιθανή κατάποση τους από μικρά παιδιά. Έχει αναφερθεί δέσμευση προϊόντων από χώρα της Ασίας τα οποία  ήταν βαμμένα με καρκινογόνο υλικό, αλλά και υποδήματα μη ανατομικού σχεδιασμού.

Επικίνδυνα τρόφιμα και ποτά: είναι προϊόντα που περισσότερο απειλούν την υγεία και την ασφάλεια των ανθρώπων, οι οποίοι συχνά είναι ανυποψίαστοι για την αγορά αυτών των δυνητικά πολύ επικίνδυνων εμπορευμάτων. Παρά το ότι πάνω από τα μισά γεύματα στην Ευρώπη υπολογίζεται ότι περιέχουν ποσότητες φυτοφαρμάκων, μόνο το 3% των δειγμάτων που αναλύονται ξεπερνούν τα επιτρεπτά όρια από την ΕΕ, και κρίνονται επικίνδυνα. Ωστόσο όταν πρόκειται για εισαγωγές από τρίτες χώρες εκτός ΕΕ, το ίδιο ποσοστό ανέρχεται στο 7%. Παραδείγματα: ζάχαρη μολυσμένη με λιπάσματα, ελιές με θειικό χαλκό για να τονίσει το χρώμα τους, αλλά και γενικά πολλά προϊόντα που έχουν παραχθεί άνευ συμμόρφωσης με  σύστημα διασφάλισης ποιότητας HACCP.  Ένα μεγάλο θέμα είναι επίσης και η παράνομη παρασκευή και πώληση αλκοολούχων ποτών – «μπόμπες» (συχνά σε αυτοσχέδια εργαστήρια). Πολύ πρόσφατο είναι το παράδειγμα ανακάλυψης 2 εργαστηρίων σε Καματερό και Μενίδι που παρασκεύαζαν ποτά από τουλάχιστον 12 τόνους λαθραίας αιθυλικής αλκοόλης, που είχε εισαχθεί με νταλίκες από την Βουλγαρία. Σε ένα από τα «εργαστήρια» που εντοπίστηκαν, παρασκευάζονταν ποτά με γνωστές φίρμες, (κυρίως βότκα), τα οποία διοχετεύονταν κατά κύριο λόγο στην Κρήτη.

Ιατρικά προϊόντα – Φάρμακα: συχνότερα, η παράνομη διακίνηση και διάθεση τους γίνεται  μέσω διαδικτύου, και αφορά μη εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα, συμπληρώματα διατροφής, και παραϊατρικά είδη.  Στις σχετικές ιστοσελίδες διάθεσης, συνήθως δεν γνωστοποιείται καμία πληροφορία για την προέλευσή τους ή τα εργοστάσια παρασκευής τους. Επιπλέον, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την ασφάλειά τους, θέτοντας κατ’ αυτό τον τρόπο σε άμεσο κίνδυνο την υγεία των καταναλωτών.

Προϊόντα «μαϊμού» που απευθύνονται στην τουριστική αγορά: είναι πραγματικά λυπηρό, στην Κρήτη, με την τεράστια παράδοση χειροτεχνικής παραγωγής να πωλούνται κακόγουστα, χωρίς ταυτότητα και χωρίς κανένα σεβασμό για τον πολιτισμό μας φτηνοπράγματα, ως αναμνηστικά σε τουρίστες. Έχουμε φθάσει να πουλάμε ακόμα και απομιμήσεις παραδοσιακών μουσικών οργάνων. Ας αναλογιστούμε την δυσφήμιση της κρητικής παραγωγής και του μόχθου τόσων τοπικών παραγωγών, αλλά και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην εικόνα της Κρήτης ως του κυριότερου τουριστικού προορισμού της χώρας, μέσα από αυτές τις πρακτικές.

Συνοψίζοντας, είναι κατανοητή η τάση για κατανάλωση ποιοτικά υποβαθμισμένων προϊόντων λόγω μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά με ποιο τελικό κόστος για την υγεία των οικογενειών μας; Επίσης, πως μπορεί να διασφαλιστεί από την πολιτεία  ένα μίνιμουμ στάνταρ ασφάλειας, σε προϊόντα που διακινούνται παράνομα;

  1. IV. Επιρρεπείς σε απάτη συναλλαγές: ειδικά για παράνομα προϊόντα που αγοράζονται μέσω διαδικτύου, σημειώνεται ότι, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Καταναλωτή Ελλάδας έχει δεχθεί πάρα πολλές καταγγελίες από καταναλωτές, που αγόρασαν ηλεκτρονικά τέτοια προϊόντα, τα οποία, πολλές φορές, δεν τα παρέλαβαν καν, επειδή κατασχέθηκαν από τις τελωνειακές αρχές. Θεωρώ πως, εάν επιθυμούμε να πραγματοποιήσουμε ηλεκτρονικές αγορές, καλό θα ήταν αυτές να αφορούν επιχειρήσεις που, εκτός του ηλεκτρονικού, διαθέτουν και φυσικό κατάστημα, ή έστω σχετικά μακρόχρονη παρουσία στο e-επιχειρείν.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ:

Το όχι απίθανο σενάριο της κατάρρευσης των εμπορικών επιχειρήσεων, επιβάλλει άμεσα την επιστροφή στο νόμιμο, στεγασμένο εμπόριο, με προτίμηση στις επιχειρήσεις του τόπου μας και τα τοπικά προϊόντα. Ως προς το παρεμπόριο, θεωρούμε ότι αυτό μπορεί να χτυπηθεί καίρια στα σημεία εισαγωγής των εμπορευμάτων. Η λύση πρέπει να αναζητηθεί αφ’ ενός στην περαιτέρω βελτίωση των ελεγκτικών µμηχανισμών, ιδιαίτερα στα μεγάλα λιμάνια, ώστε να αυξηθεί ο αριθμός των δεσμευόμενων προϊόντων, και αφετέρου στην προώθηση διεθνούς συνεργασίας για την αντιμετώπιση του φαινομένου στη γενική του διάσταση. +

Θα πρέπει να επανεξεταστεί η φορολογική πολιτική ως προς το ύψος των έμμεσων φόρων, μιας και έχουμε επανειλημμένα παρατηρήσει ότι η αύξηση τους (ειδικοί φόροι κατανάλωσης σε καύσιμα, τσιγάρα, κρασί κλπ) να οδηγεί σε μείωση των επιμέρους φορολογικών εσόδων.

Θα πρέπει, επίσης, να υπάρξει, επιτέλους, εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας σχετικής νομοθεσίας (Διατάξεις υπαίθριου εμπορίου – Ν. 4624/2014 κλπ).

Τέλος, θα πρέπει να προωθηθούν άμεσα καμπάνιες ενημέρωσης των καταναλωτών για τους κινδύνους που ενέχουν τα προϊόντα απομιμήσεων, αλλά κυρίως των μη υποκείμενων σε κανένα έλεγχο υγειονομικού ενδιαφέροντος, όπως και για τις αρνητικές συνέπειες που ενέχει το παρεµπόριο τόσο για την ελληνική επιχειρηματικότητα όσο και την απασχόληση.  Σχετικές πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης θα μπορούσαν να προέλθουν από τοπικούς φορείς της επιχειρηματικότητας (Επιμελητήρια, εμπορικοί σύλλογοι και άλλες επαγγελματικές οργανώσεις). Υπενθυμίζω εδώ αντίστοιχες πρωτοβουλίες του εμπορικού συλλόγου Ρεθύμνου (ΨωνίΖΩ στο Ρέθυμνο, εκδηλώσεις εν όψει των γιορτινών ημερών, εκδηλώσεις τουριστικής περιόδου κ.α.).

Πρώτιστα όμως θα πρέπει, εμείς οι ίδιοι και ως καταναλωτές, να βρούμε τη χρυσή τομή μεταξύ των αγοραστικών δυνατοτήτων μας αφενός, της υγείας/ ασφάλειας των οικογενειών μας, αλλά αφετέρου και την συμβολή μας στην κοινωνική σταθερότητα και οικονομική πρόοδο των τοπικών κοινωνιών μας.

Σχετικά άρθρα