Minoan Lines

Οι σχέσεις του μουσουλμανικού και του χριστιανικού στοιχείου στα τέλη του 19ου αιώνα στην κρητική ύπαιθρο. Η αλλαγή των συσχετισμών δύναμης μέσα από τα μάτια ενός υποπρόξενου.

Ζαχαρίας Δ. Αντωνάκης, ιστορικός-φιλόλογος

Ι. Η κρητική ύπαιθρος δεν ήταν μια ύπαιθρος ειρηνική κατά το μακρύ 19ο αιώνα. Αντίθετα υπήρξε πεδίο έντονων συγκρούσεων, τελική κατάληξη των οποίων ήταν αφενός η συσπείρωση του χριστιανικού στοιχείου γύρω από τον εθνικό στόχο, αφετέρου η παντελής εξάλειψη του μουσουλμανικού στοιχείου της κρητικής υπαίθρου και των αστικών κέντρων. Τα παραπάνω δεν αφορούν μόνο τις περιόδους των Επαναστάσεων, όπως αυτής του 1866-68, 1878, 1889 και του 1896-98. Ακόμη και σε ειρηνικές περιόδους οι διεργασίες που συνένωναν τους χριστιανούς και απομάκρυναν τους μουσουλμάνους από τις εστίες τους και τις περιουσίες τους υπήρξαν εμφανείς, σε τέτοιο βαθμό που μια αρμονική συμβίωση των δύο κοινοτήτων να φαντάζει αδύνατη στα τέλη του αιώνα.  Σε λίγες των περιπτώσεων οι μουσουλμάνοι μπορούσαν να αντιτάξουν κάποια αντίσταση και αυτό συνήθως συνέβαινε είτε όταν ο οθωμανικός στρατός εξερχόταν από τις πόλεις, είτε όταν συμπαγή μουσουλμανικά χωριά μπορούσαν να οργανώσουν την άμυνά τους, όπως, για παράδειγμα, το Βαθειακό στην περιοχή της Αμπαδιάς.

Σε γενικές γραμμές αυτό που συνέβαινε ήταν ότι σε περιόδους ελαιοσυγκομιδής οι επιθετικές κινήσεις των χριστιανών αυξάνονταν εναντίον των μουσουλμάνων, οι οποίοι και μαζεύονταν αθρόοι στις πόλεις. Μετά τις περιόδους έντασης καταβάλλονταν προσπάθειες για την επιστροφή των οθωμανικών αυτών πληθυσμών πίσω στις εστίες τους στην ύπαιθρο. Αυτό δεν εξασφαλιζόταν πάντα καθώς η ανασφάλεια δεν εγκατάλειπε κάποιες κρητικές επαρχίες. Χριστιανοί φυγόδικοι ήταν σε θέση να σπείρουν τον πανικό σε όσους Οθωμανούς τολμούσαν να επιστρέψουν, αλλά και οι οθωμανικές αντεκδικήσεις δεν διασφάλιζαν μια επάνοδο σε ένα κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η υπογραφή της Σύμβασης της Χαλέπας τον Οκτώβριο του 1878 φαινομενικά διασφάλιζε τις συνθήκες επιστροφής του μουσουλμανικού πληθυσμού πίσω στην ύπαιθρο, όμως, στην πραγματικότητα οι υφιστάμενες δυσμενείς για τους μουσουλμάνους συνθήκες, δεν άλλαξαν. Έτσι η φυγή των μουσουλμάνων δεν θα αφορά μόνο τα χωριά εκείνα που το μουσουλμανικό στοιχείο δεν υπερτερούσε έναντι του χριστιανικού, αλλά και χωριά με συμπαγή μουσουλμανικό πληθυσμό. Ενδεικτικό ήταν ότι οι χριστιανοί είχαν καταφέρει μέχρι το 1893 να εξοντώσουν τους ισχυρούς μουσουλμάνους της Αμπαδιάς, οι οποίοι και έλεγχαν πλούσιες εκτάσεις γης που εκτείνονταν σε κοντινή απόσταση από το Φουρφουρά και το Άνω Μέρος μέχρι τη Μεσσαρά.[1]

Την δεκαετία που ακολούθησε η ύπαιθρος σταδιακά θα ερημωθεί από το μουσουλμανικό στοιχείο παρά τις προθέσεις της κεντρικής διοίκησης για το αντίθετο. Ιδιαίτερα για το διάστημα 1895-1898 το αρχειακό μας υλικό μαρτυρεί για μια έξαρση των δολοφονιών εκατέρωθεν, των αντεκδικήσεων, των λεηλασιών καταστροφών εστιών και περιουσιών. Ακόμη και στην περίπτωση που η ταυτότητα του δολοφόνου δεν ήταν γνωστή, το γεγονός αρκούσε για να πυροδοτήσει εντάσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Την περίοδο 1896-1898 οι καταστροφές ήταν ολοκληρωτικές. Οι μαζικές πυρπολήσεις ελαιοδέντρων και ελαιοτριβείων από τους χριστιανούς αποδείχτηκε η πιο ικανή τακτική για την οικονομική και μετέπειτα και κοινωνική εξόντωση του μουσουλμανικού στοιχείου της υπαίθρου. Το μέλλον για το τελευταίο είχε διαγραφεί. Από την άλλη πέρα από τον εθνικό στόχο που επιτελούσαν τέτοιες ενέργειες, τα οικονομικά οφέλη αφορούσαν κυρίως εκείνους τους χριστιανούς που ήταν σε θέση να δανείσουν και να αγοράσουν τις κατεστραμμένες οθωμανικές περιουσίες.[2] Με τα λόγια του Victor Berard (Ιανουάριος 1897): «Τότε μόνο οι χριστιανοί έτρεξαν στις συνοικίες, στα χωριά, στους ελαιώνες, στ’ αμπέλια, στις μουσουλμανικές ιδιοκτησίες. Το παν καταστράφηκε. Στα ογδόντα μουσουλμανικά χωριά της κεντρικής Κρήτης δεν έμεινε ούτε μία στέγη και οι τοίχοι είναι ετοιμόρροποι από τις ρωγμές. Όσο για τις ελιές και τ’ αμπέλια, άρχισαν το συστηματικό ξερίζωμα ˙ αν σώθηκαν μερικές, ο λόγος είναι ότι έλειπαν χέρια.  Είχαν την ιδέα να καλέσουν βουνίσιους σε βοήθεια ˙ αλλά επειδή εκείνοι εξέφρασαν την πρόθεση να σφετεριστούν τους ελαιώνες αντί να τους καταστρέψουν, οι άνθρωποι των πεδιάδων, που θα έχαναν τους πελάτες τους, τους αγοραστές του λαδιού τους, έδιωξαν τους βοηθούς τους και ξανάρχισαν μόνοι τη δουλειά. Δε λέω τίποτα για τους μιναρέδες και τα τζαμιά. Το πετρέλαιο και η δυναμίτιδα απλοποίησαν τη δουλειά ˙».[3]

Η κεντρική οθωμανική εξουσία άργησε να αντιληφτεί τις καταστάσεις που εκκολάπτονταν στην κρητική ύπαιθρο. Από την άλλη η ανάπτυξη ενός εθνικού κινήματος με σαφή στόχο δεν άφηνε πολλά περιθώρια αντίδρασης στο μουσουλμανικό στοιχείο της υπαίθρου. Όταν η οθωμανική εξουσία αντιλήφθηκε τι συνέβαινε η κατάσταση στην ύπαιθρο είχε αλλάξει ανεπιστρεπτί υπέρ των χριστιανών. Αυτές τις δυναμικές θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε μέσα από τα μάτια του υποπρόξενου της Ρωσίας στο Ρέθυμνο Γεώργιου Χατζηγρηγοράκη.

 

II. Το 1894 η κατάσταση θα αρχίσει να παίρνει δραματική τροπή, αφού θα ενταθούν οι περιπτώσεις προστριβής ανάμεσα στις δύο κοινότητες του νησιού, τη χριστιανική και τη μουσουλμανική. Πέρα από τις συνεχιζόμενες καταγγελίες για την αδιάλλακτη πολιτική της τουρκικής Διοίκησης,[4] τη μεροληπτική συμπεριφορά της και τα κρούσματα διαφθοράς της, στην επιχειρηματολογία των εκπροσώπων των χριστιανών θα προστεθεί και η κατηγορία για την έλλειψη προστασίας της  ζωής και της περιουσίας των κατοίκων του νησιού, χωρίς «φυλετική» πια διάκριση. Τον Ιανουάριο του 1894 ο υποπρόξενος της Ρωσίας στο Ρέθυμνο Ιωάννης Χατζηγρηγοράκης θα καταγγείλει στο Προξενείο της Ρωσίας την απόπειρα φόνου του ιατρού Μαρουλιανού από Οθωμανούς.[5]

Από τις αρχές του 1895 επικρατεί έντονος προβληματισμός για το ποια θα είναι η αντίδραση της τουρκικής εξουσίας μπροστά στις διογκούμενες αντιδράσεις για τη διαφθορά και τη μεροληπτική συμπεριφορά των διοικητικών μηχανισμών της τουρκική εξουσίας υπέρ του μουσουλμανικού στοιχείου του νησιού.[6] Όσα συνέβησαν κατά το έτος 1895 απλά ενίσχυσαν την πεποίθηση των χριστιανών πως οι αλλαγές στα πλαίσια της παγιωμένης οθωμανικής εξουσίας δεν θα μπορούσαν να μεταστρέψουν το γενικότερο αρνητικό κλίμα και να επαναφέρουν την ηρεμία στο νησί.

Τα αιτήματα της μεταπολιτευτικής επιτροπής και του  Μανούσου Κούνδουρου ενίσχυσαν την άποψη ότι μοναδική διέξοδος στο Κρητικό ζήτημα ήταν η παραχώρηση της Αυτονομίας.[7] Η προηγούμενη ικανοποίηση του αιτήματος των χριστιανών για το διορισμό από την Πύλη χριστιανού Γενικού Διοικητή απέδειξε και τα όρια των δυνατοτήτων που μπορούσε να έχει μια τέτοια κίνηση. Αρχικά η ικανοποίηση υπήρξε μεγάλη στη χριστιανική κοινότητα, που ήλπιζε πως η παρουσία του Καραθεοδωρή πασά θα ανέτρεπε τις ισορροπίες υπέρ των χριστιανών κατοίκων.[8] Και υπήρχε κάθε λόγος για μια τέτοια προσδοκία. Στις αρχές Απριλίου 1895 θα διεξαχθούν και στο Τμήμα Ρεθύμνης οι εκλογές των χριστιανών πληρεξουσίων για την Γενική των Κρητών Συνέλευση χωρίς προβλήματα. Από την πόλη του Ρεθύμνου εξελέγησαν ο Αριστείδης Παπαδάκης, από την επαρχία Ρεθύμνης ο Οδυσσέας Σταυριανίδης, από το Αμάρι ο Γεώργιος Ανδρεδάκης, από το Μυλοπόταμο οι Χαρίλαος Ασκούτσης και Κεφαλογιάννης.[9] Παρά τη σύγκλιση της Γενικής Συνέλευσης ο Σουλτάνος θα αρνηθεί να επικυρώσει τις αποφάσεις της.[10] Η εμπιστοσύνη της χριστιανικής κοινότητας προς τον Καραθεοθωρή πασά σταδιακά θα αρθεί.[11]

Ο Χατζηγρηγοράκης περιγράφει στο Γενικό Προξενείο την κατάσταση που επικρατεί προς το Γενικό Προξενείο, υποστηρίζοντας πως οι εκατέρωθεν δολοφονίες χριστιανών και μουσουλμάνων προκαλούν κάθε φορά σοβαρό κίνδυνο «φυλετικών» αντεκδικήσεων. Υποστηρίζει πως, ακόμη και στην περίπτωση που ο δράστης είναι χριστιανός  δεν δικαιολογούνται οι αντεκδικητικές ενέργειες εναντίον αθώων χριστιανών. Κατονομάζει ως υπεύθυνη τη Διοίκηση που είτε δεν συλλαμβάνει τους δράστες, είτε επιτρέπει σε φυγόδικους  χριστιανούς και Οθωμανούς να δολοφονούν.[12] Ο ίδιος ο υποπρόξενος γίνεται αποδέκτης των διαμαρτυριών της τοπικής χριστιανικής κοινότητας για τις δολοφονικές ενέδρες των Οθωμανών και τη συμπεριφορά των οργάνων της Διοίκησης, του τουρκικού στρατού και της χωροφυλακής.[13] Οι διοικητικές αλλαγές στο Τμήμα  Ρεθύμνης  αποδεικνύονταν σταδιακά ανίκανες να υπερνικήσουν το φανατισμό και να κατευνάσουν τα πνεύματα. Ο υποπρόξενος, ευαίσθητος δέκτης του γενικότερου κλίματος,  εφιστά την προσοχή στο Προξενείο της Ρωσίας στα Χανιά ότι τα πράγματα οδεύουν προς την επανάσταση.

Τον Οκτώβριο του 1895 εμφανίζεται ο κίνδυνος γενικευμένων συρράξεων μεταξύ του τακτικού τουρκικού στρατού και επαναστατικών χριστιανικών ομάδων στην ευρύτερη περιοχή της Ασή Γωνιάς και του Κουρνά.[14] Ο Διοικητής Ρεθύμνης Μεχμέτ Βέης, που είχε διαδεχτεί τον Ασάφ Σουλεϊμάν, αντέδρασε άμεσα και κινήθηκε με ένα τάγμα τακτικού στρατού προς την περιοχή και συγκεκριμένα προς το στρατιωτικό πύργο της Επισκοπής, χωρίς, όμως, να πραγματοποιήσει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Ο Υποπρόξενος φοβάται πως αν εξακολουθήσει η κυβέρνηση  του τόπου την τακτική των επιδείξεων πολλοί περισσότεροι θα επιτεθούν την επόμενη φορά εναντίον του στρατού, δίνοντας αφορμή στους ντόπιους μουσουλμάνους να εισέλθουν στην πόλη.[15] Ο Χατζηγρηγοράκης σε αυτή τη χρονική συγκυρία δεν επιθυμεί τη στρατιωτική επέμβαση, ούτε, όμως, τάσσεται στο πλευρό των επαναστατών, που τους θεωρεί επικίνδυνους για την ησυχία του τόπου. Στις 18 Οκτωβρίου 1895 επέστρεψαν στο Ρέθυμνο ο Διοικητής Ρεθύμνης και ο Διοικητής του στρατού.[16] Είχαν ανεπιτυχώς επιχειρήσει να κινηθούν προς την Αργυρούπολη , αφού οι φυγόδικοι χριστιανοί τους πυροβόλησαν. Οι πρόκριτοι της Ασή Γωνιάς τους διαβεβαίωσαν τελικά ότι δεν ευθύνονταν αυτοί για τη δράση μερικών φυγόδικων που λυμαίνονταν την περιοχή τους και ότι μαζί με τη χωροφυλακή θα επιχειρούσαν οι ίδιοι να τους διώξουν. Οι υποσχέσεις προφανώς δεν τηρήθηκαν. Θα ακολουθήσει μια περίοδος εντάσεων ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους. Έγιναν φόνοι και από τις δύο πλευρές, επιθέσεις σε στρατιωτικούς Πύργους, αντεκδικητικές ενέργειες από τους Οθωμανούς και γενικότερα επανέκαμψε το κλίμα της ανασφάλειας.

Το Δεκέμβριο του 1895 σημειώνεται το πρώτο μαζικό κύμα μετακίνησης του οθωμανικού πληθυσμού από την ενδοχώρα προς την πόλη του Ρεθύμνου και τις γύρω περιοχές.[17] Το 1896 οι Οθωμανοί δεν δείχνουν πρόθυμοι να επανεγκατασταθούν στα χωριά τους προκαλούσε τον τρόμο και την αβεβαιότητα  στους χριστιανικούς πληθυσμούς, αφού ανίχνευαν στις κινήσεις αυτές τα σημάδια μιας επερχόμενης αναταραχής με θύματα τους εαυτούς τους. Σε ανταπόκριση από την Κρήτη της εφημερίδας «Εμπρός» αναφερόταν ότι ήταν «όλα μετέωρα ακόμη. […] Απερίγραπτος είνε η αναρχία η επικρατούσα εις τας επαρχίας, ιδίως του τμήματος Ρεθύμνης. Αι απαγωγαί και αι ζωοκλοπαί είνε καθημεριναί. […] Οι τούρκοι σπεύδουν να συλλέξουν τας ελαίας των, ραβδίζοντες τα ελαιόδεντρα. Ουδείς εξ αυτών σπείρει, οι αγροί των μένουν χέρσοι».[18] Ο Berard μίλαγε για την «πλημμυρίδα και την άμπωτη» που προκαλούνταν στην Κρήτη σε περιόδους έντασης και επανάστασης. Οι Οθωμανοί που εγκατέλειπαν τα χωριά και οι χριστιανοί που αναζητούσαν προστασία σε ορεινότερα μέρη. Κοινός τόπος και για ό,τι θα συμβεί  και το 1897.

III.  Εκκρεμές από τα τέλη του 1896 παρέμενε και το ζήτημα της επανόδου των Οθωμανών προσφύγων στα χωριά τους, αλλά και της επιστροφής των χριστιανών προσφύγων στην Κρήτη. Κάποιοι θα έπρεπε να υπενθυμίζουν στους χριστιανούς, ακόμη και στον ίδιο τον Υποπρόξενο, πως για τις Μεγάλες Δυνάμεις η επόμενη ημέρα δεν νοούνταν χωρίς την παρουσία στο νησί του μουσουλμανικού στοιχείου.[19]

Η απειλή της αναζωπύρωσης των επαναστατικών κινήσεων θα οδηγήσει τους εκπροσώπους των προστάτιδων δυνάμεων να λάβουν την απόφαση, τον Απρίλιο του 1898, για την σταδιακή επέκταση των ζωνών επιρροής τους σε ολόκληρο το νησί.[20] Γινόταν, ταυτόχρονα, κατανοητό πως η επέκταση της στρατιωτικής παρουσίας και το ενδεχόμενο της αντικατάστασης του τουρκικού στρατού από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις δε θα προσέφερε πολλά στην αντιμετώπιση των βασικότερων προβλημάτων που έπρεπε άμεσα να επιλυθούν. Όσο παρέμεναν οι Οθωμανοί πρόσφυγες στην πόλη του Ρεθύμνου και δεν επέστρεφαν στα χωριά τους και στις καθημερινές εργασίες τους η επιθυμητή απ’ όλους επάνοδος στην πριν από την επανάσταση κατάσταση ήταν αδύνατη. Όχι μόνο κάτι τέτοιο δεν θα επιτευχθεί, αλλά το αμέσως επόμενο διάστημα από το Σεπτέμβριο του 1898 έως το καλοκαίρι του 1899 η μετανάστευση των απροστάτευτων πια από τον οθωμανικό στρατό μουσουλμάνων θα λάβει μαζικό χαρακτήρα.[21] Περίπου 50.000 μουσουλμάνοι θα φύγουν από το νησί το παραπάνω διάστημα.

Αντίστοιχα, το ίδιο ίσχυε για τους εγκλωβισμένους πρόσφυγες  χριστιανούς στην πόλη, αλλά και για όσους εγκατέλειψαν την πόλη και κατέφυγαν στα ορεινά. Η ύπαρξη αυτών των  εκτοπισμένων πληθυσμών από μόνη της δημιουργούσε πολλά προβλήματα, καθώς οι πληθυσμοί αυτοί, ιδιαίτερα οι παρευρισκόμενοι στο αστικό κέντρο, ζούσαν υπό το καθεστώς του φόβου, της έλλειψης των αναγκαίων για την επιβίωσή τους και απειλούνταν από τη διάδοση ασθενειών. Παράλληλα, οι πληθυσμοί των μουσουλμάνων προσφύγων αποτελούσαν την κυριότερη εστία εγκληματικών ενεργειών εντός της στρατιωτικής ζώνης, κάτι που μαρτυρούσε περισσότερο το βαθμό της εξαθλίωσής τους παρά το «φυλετικό» τους μίσος. Οι ελλείψεις σε χρήμα και αγαθά δημιουργούσαν μια αφόρητη κατάσταση και στις επαρχίες του Τμήματος.[22] Αλλά και μέσα στην πόλη τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Το Μάρτιο του 1898 ο Υποπρόξενος θα αναφέρει στο Δεμερίκ πως 4500 άνθρωποι λιμοκτονούσαν μέσα στην πόλη.[23] Η τελική λύση θα δινόταν με τη μαζική αναχώρηση του μουσουλμανικού στοιχείου από το νησί το αμέσως επόμενο διάστημα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 


[1] Νικόστρατος Καλομενόπουλος, Κρητικά. Ήτοι  τοπογραφία και οδοιπορικά της νήσου Κρήτης, Βλαστός, Αθήνα 1897, σ. 225.

[2] Γιώργος Μαργαρίτης, «Η Κρήτη στα 1896-1898: Κοινωνικές αναταράξεις σε μεταβατική περίοδο», στο συλλογικό τόμο Εταιρία Κρητικών Μελετών, Η τελευταία φάση του Κρητικού Ζητήματος, Ηράκλειο 2001, σ. 103-108.

[3] Victor Berard, Κρητικές Υποθέσεις, οδοιπορικό 1897. Μέρες ναυάρχων και επανάστασης, Τροχαλία, 1994, (α΄έκδοση 1900), σ. 271.

[4] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 13, Χατζηγρηγοράκης προς Νεάγα, 26 Μαΐου 1894.

[5] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 1, Χατζηγρηγοράκης προς Νεάγα, 10 Ιανουαρίου 1894.

[6] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ.σχεδίου 3, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 2 Φεβρουαρίου 1895.

[7] Στρατής Παπαμανουσάκης, «Κρήτη 1897-1890. Από την Επανάσταση στο Κράτος», στο συλλογικό τόμο Εταιρία Κρητικών Μελετών, Η τελευταία φάση του Κρητικού Ζητήματος, Ηράκλειο 2001, σ. 187-218.

[8] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 5, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 16 Μαρτίου 1895.

[9] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 7, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 13 Απριλίου 1895.

[10] Berard, 1994, ό.π., σ. 127.

[11] Βλ. και  Ημερησία Εθνική Εφημερίς, Εμπρός, εν Αθήναις, 18 Νοεμβρίου 1896.

[12] Ενδεικτικά, Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 8, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 20 Απριλίου 1895 και  Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 19, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 24 Αυγούστου 1895.

[13] Ενδεικτικά, Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 15, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 27 Ιουλίου 1895. Αναφέρεται ότι στο Αμάρι κακοποιήθηκε ένας χριστιανός από Αλβανούς χωροφύλακες. Η άδικη επίθεση εναντίον του χριστιανού  εξόργισε τους χριστιανούς κατοίκους της επαρχίας Αμαρίου, οι οποίοι συνέταξαν αναφορά προς τη Γενική Διοίκηση Κρήτης με πάνω από 800 υπογραφές. Με την αναφορά τους ζητούν την απομάκρυνση των Αλβανών χωροφυλάκων, βλ. και Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 24, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 24 Σεπτεμβρίου 1895.

[14] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 30, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 13 Οκτωβρίου 1895.

[15] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 28, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 11 Οκτωβρίου 1895.

[16] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 32, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 19 Οκτωβρίου 1895.

[17] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 39, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 1 Δεκεμβρίου 1895 και αρ. σχεδίου 44, Χατζηγρηγοράκης προς Βουλγαρίδη, 9 Δεκεμβρίου 1895. Αναφερόταν ότι δέκα οθωμανικές οικογένειες της Επισκοπής αναγκάστηκαν να εισέλθουν στην πόλη για μεγαλύτερη ασφάλεια. Οι οθωμανικές οικογένειες του Αγίου Γεωργίου μετοίκησαν  στο οθωμανικό χωριό Παλαίλιμνος. Από τις Σαϊτούρες, τον Άγιο Ανδρέα και το Βαρσαμόνερο εισέρχονται μουσουλμάνοι μαζί με τις αποσκευές τους στην πόλη.  Πάνω από 200 φορτία εισήλθαν στα Περιβόλια και στο Μασταμπά, στον Τεκέ του Χασάν Μεμπά και στον Τεκέ του Σακαλόγλου. Και από τα άλλα χωριά εισέρχονται σποραδικά στην πόλη οι Οθωμανοί. Σχεδόν καθημερινά οι φυγόδικοι χριστιανοί πυροβολούν τον τουρκικό στρατό στον Πύργο της Επισκοπής.

[18] Εμπρός, 19 Νοεμβρίου 1896.

[19] Α.Ρ.Υ.Ρ., Επίσκοπος Ρεθύμνης Διονύσιος προς Χατζηγρηγοράκη, 27 Νοεμβρίου 1897.

[20] Α.Ρ.Υ.Ρ., συνεδρίαση Ναυάρχων, 8 Απριλίου 1898.

[21] Μάνος Περάκης, Έρευνες για την οικονομία και την κοινωνία της Κρήτης του 19ου αιώνα. Οι οικονομικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί όροι της «Χαλέπας» 1878-89, Αθήνα 2005, διδακτορική διατριβή, σ. 47-48.

[22] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 32, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 14 Φεβρουαρίου 1898.

[23] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 53, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 27 Μαρτίου 1898.

Σχετικά άρθρα