Minoan Lines

Χωριά του Νομού μας: Ακτούντα

 

ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
(http://ret-anadromes.blogspot.com)

Στον πρωτομάστορα καλλιτέχνη
τής κρητικής λύρας Αλέκο Καραβίτη

Αχι Κουτρουλιανό νερό κι Αχτουδιανέ μʼ αέρα,
να μπόρουνε να σʼ έπινα το χρόνο μιαν ημέρα.
(Αλέκος Καραβίτης)

Γενικά στοιχεία για το χωριό
Τα Ακτούντα, χωριό τού σημερινού Δήμου Αγίου Βασιλείου (επαρχίας Αγίου Βασιλείου), βρίσκονται στα νότια τού Ρεθύμνου, σε απόσταση τριάντα επτά χιλιομ., διακλάδωση δεξιά στο τριακοστό πέμπτο χιλιόμ. τού κεντρικού οδικού άξονα που οδηγεί από το Ρέθυμνο, μέσω Σπηλίου, στην Αγία Γαλήνη. Βρίσκονται στις βόρειες κλιτείς τού όρους Σιδέρωτας, πάνω σε λόφο με εκτεταμένη θέα και κατέχουν το ψηλότερο υψόμετρο (640 μ) όλων των γύρω χωριών.
Τα Ακτούντα είναι ένας από τους οικισμούς που αποτελούν σήμερα την Τοπική Κοινότητα Αρδάκτου (κάτ. 216): Άρδακτος (κάτ. 67), Αγία Παρασκευή (κάτ. 27), Ακτούντα (κάτ. 70), Βάτος (κάτ. 52).   
Η αρχική αναγνώριση της κοινότητας Αρδάκτου έγινε με το Διάτ. 26-1-1925, Φ.Ε.Κ. Α  27/1925. Έδρα: Άρδακτος.
Συνοικισμοί που αρχικά απάρτισαν την κοινότητα: Άρδακτος, Ακτούντα, Βάτος, Δουμαεργειό [1], Κισσός [2].

Πληθυσμιακά στοιχεία
Τα Ακτούντα αναφέρονται στην επαρχία Αγίου Βασιλείου το 1577, από τον Fr. Barozzi (fo26v), ως Cutuda, από τον Καστροφύλακα (Κ176), το 1583, ως Cuttuda, με 133 κατοίκους. Από τον Basilicata [3], το 1630, ως Cutunda, στην Αιγυπτιακή απογραφή τού 1834- για πρώτη φορά με το προθετικό [α]- ως Aktudha [4] μαζί και με άλλα χωριά της περιοχής, κατοικούμενα από χριστιανούς. To 1881 αναφέρονται Ακτούντα, ανήκουν στον δήμο Αγίου Πνεύματος και προσμετρούν 173 κατοίκους. Κατά τα επόμενα χρόνια η πληθυσμιακή κίνηση τού χωριού έχει ως εξής: 1900 (στον ίδιο δήμο Αγίου Πνεύματος): 224, 1928 (έδρα ομώνυμης κοινότητας): 204, 1940 (στην κοινότητα Αρδάκτου): 246, 1951: 258, 1961: 209, 1971: 118, 1981:90, 1991:99, 2001: 66.

Το όνομα τού χωριού
Η ονομασία τού χωριού κατά τον Ευάγγελο Φωτάκι [5], τον σοφό δάσκαλο και λαογράφο, πρέπει να έχει σχέση με τη θάλασσα και μάλιστα, με τη λέξη «ακτή». Το χωριό Ακτούντα, δηλαδή, αρχικά ήταν παραθαλάσσιο και είχε το όνομα Ακτύς,- ύος, όνομα που παραμορφώθηκε, στη συνέχεια, με τη χρήση του από τους Ρωμαίους κατακτητές. Τα σημερινά Αχτούντα πρέπει, κατά τον Ευαγγ. Φωτάκι, να χρησιμοποιούνταν ως τόπος παραθερισμού από τους κατοίκους τής παραθαλάσσιας Ακτύος και σιγά- σιγά, λόγω τού φόβου των πειρατικών επιδρομών, κατέστησαν και ο νέος τόπος μόνιμης διαμονής τους.
Ο αείμνηστος Ν. Τωμαδάκης αποδεικνύει ότι σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες το χωριό δεν μπορεί να υπήρχε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, αλλά είναι σύγχρονο ή, έστω, παλιότερο της Ενετικής περιόδου χωρίς, άρα, ποτέ να είχε σχέση με τη θάλασσα. Αυτό όμως δεν αποκλείει και τη δυνατότητα το χωριό, χωρίς να είναι παραθαλάσσιο, να έχει όνομα σχετικό με τη θάλασσα, όπως ο Πόντος της Μ. Ασίας λέγεται Πόντος χωρίς να είναι θάλασσα και η Δεκέλεια ανήκει στην Αττική που δε περιλαμβάνει μόνο ακτές αλλά και μεσόγεια.
Έτσι, από το Ακτύς, -ύος έχουμε Ακτούς γεν. Ακτούντος κατά το Τραπεζούς, -ούντος, Τριμυθούς, -ούντος, Κερασούς, -ούντος και από την αιτιατική, όπως σʼ όλα τα τριτόκλιτα, αναλογικά, σχηματίστηκε η ονομαστική [δηλ. την Ακτούντα <η Ακτούντα <τα Ακτούντα (τα Αχτούντα)].
Την παραπάνω ετυμολογία των Φωτάκι- Τωμαδάκη την βρίσκουμε αρκετά παρακινδυνευμένη. ένα, δηλαδή, μη παραθαλάσσιο χωριό, όπως, εξάλλου, ο ίδιος ο Τωμαδάκης το αποδεικνύει, να πρέπει σώνει και καλά να του δώσουμε θαλασσινό όνομα. Παρόλη, πάντως, την εκφρασθείσα αντίθεσή μας, και όλως συμπτωματικά, στο εν λόγω χωριό ανευρίσκουμε και άλλα δυο τοπωνύμια (Λουτρό και Παραλιό), που με μια πρώτη προσπάθεια συσχέτισής τους προς τη θάλασσα θα μπορούσαν, ασφαλώς, να δικαίωναν την ερμηνεία τού ονόματος τού χωριού, όπως τη στήριξαν οι παραπάνω ερευνητές. Όμως, η συσχέτισή τους με τη θάλασσα αποδεικνύεται μόνον ονοματολογική. γιατί στο Λουτρό, αφενός, δεν υπάρχει καν θάλασσα, βρίσκεται 10΄ από το χωριό και έχει πηγή, απʼ όπου, ασφαλώς, και το όνομα. Μάλιστα, ο Ακτουδιανός δάσκαλος κ. Μ. Δημητρακάκης με πληροφόρησε ότι άκουσε από παλιούς ότι οι κάτοικοι του Τριγιοδιού- παλιού οικισμού των Ακτούντων- εδώ έκαναν λουτρό στην περίοδο της ελονοσίας, απʼ όπου και το όνομα [πβ. και στο Σπήλι μεσογειακό, επίσης, τοπων. Λούτρα (στη)], ενώ «παραλιό», αφετέρου, σημαίνει και το ευήλιο μέρος (παρά+ ήλιος) και αυτή είναι και η σημασία του τοπωνυμίου στη συγκεκριμένη περίπτωση των Ακτούντων.
Πολύ πιθανότερη, λοιπόν, θεωρούμε την εκδοχή  το όνομά του το χωριό να το οφείλει στα κουτούτα (στον πληθ. αριθμό), από το κουτούτο, το= πήλινος σωλήνας μεταφοράς νερού (ιταλ. condotto= αγωγός, σωλήνας, αλλά που στη συνέχεια σημαίνει και τις ποτίστρες των προβάτων). Από τέτοιες ποτίστρες ή πιθανόν και από τους παραπάνω πήλινους αγωγούς το χωριό έλαβε το όνομά του και κάτι τέτοιο διαφαίνεται από την ονομασία τού χωριού σε όλη τη διάρκεια τής ιστορικής τού διαδρομής: Cutuda αναφέρεται από τον Fr. Barozzi(fο26v), στην επαρχία Αγίου Βασιλείου, το έτος 1577. Cuttuda και από τον Καστροφύλακα (Κ176) το 1583, Cutunda και από τον Βασιλικάτα [6], στα 1630. Μόνο στην Αιγυπτιακή απογραφή, πολύ αργότερα, το έτος 1834 [7], το χωριό αναφέρεται με το σημερινό του όνομα Aktudha. Κατά τις νεότερες απογραφές το χωριό θα συνεχίσει να αναφέρεται με το ίδιο όνομα (Ακτούντα). Σε έγγραφα, όμως, της Μονής Πρέβελη το χωριό αναγράφεται με το κανονικό του όνομα Κτούντα [8] και έτσι, αν  και παραφθαρμένο, το σημειώνει κι ο Εμμ. Λαμπρινάκης στη Γεωγραφία του (Κτούτα) [9].
Ως προς το [α] στην αρχή τού ονόματος τού χωριού προέρχεται, ασφαλώς, εκ συνεκφοράς τού προσηγορικού με το άρθρο. Οπότε, εν ολίγοις, η σειρά εξέλιξης τού ονόματος έχει, για μας, ως εξής: προσηγορικό κουτούτo [(ιταλ.condotto)=πήλινος σωλήνας διοχέτευσης νερού, ποτίστρα των προβάτων], και στον πληθ. Κουτούτα < και με αποβολή του πρώτου δίψηφου [ου] Κτούτα < [και με [α] προθετικό λόγω συνεκφοράς με το άρθρο] Α-κτούτα (και κατόπιν δάσυνσης του ψιλού [κ] και ανάπτυξης ευφωνικού [ν] < στʼ Αχτούντα).  
Προς επίρρωση τής άποψης μας αυτής σημειώνουμε και όσα σχετικά αναφέρει ο δάσκαλος κ. Μ. Δημητρακάκης. σύμφωνα, δηλαδή, με ό,τι παραδίδεται στο χωριό, τα Ακτούντα παλιά ήταν κέντρο αγγειοπλαστικής και, ανάμεσα στα άλλα, οι Ακτουδιανοί κατασκεύαζαν και «κουτούντα», τους πήλινους, δηλαδή, αγωγούς που προαναφέραμε προς εξήγηση τού ονόματος τού χωριού. Το χωριό έχει το κατάλληλο, προς τούτο, αργιλόχωμα (λεπίδα), ενώ η περιοχή τού Καλαμονίτη γέμει βυσάλων και κατεστραμμένων πήλινων αγγείων. Σύμφωνα, περαιτέρω, και με άλλες παλιότερες διήγησεις Θραψανοί από τις Μαργαρίτες- όπως και στο γειτονικό Σπήλι, όπου πβ. τοπωνύμιο Θραψανώ (στω)- είχαν εγκαταστήσει τα εργαστήριά τους στο χωριό και κατασκεύαζαν σταμνιά, πιθάρια, λαΐνια και διάφορα άλλα είδη αγγειοπλαστικής [10].        

Μορφές τού χωριού                                       
Από τα Ακτούντα κατάγεται ο γνωστός πρωτομάστορας καλλιτέχνης τής κρητικής λύρας Αλέκος Καραβίτης, καθώς και ο Ελ. Παπαγιαννάκης, υποστράτηγος και συγγραφέας, που έλαβε μέρος στη μάχη της Κρήτης και την Αντίσταση.
Από τα Ακτούντα, επίσης, από το Ηγεμονικό Συμβούλιο, επί Κρητικής Πολιτείας (1898-1913), αναγνωρίστηκε ως Αγωνιστής Β΄ τάξης, στους αγώνες υπέρ ελευθερίας, ο Παπαγιαννακης Εμμανουήλ [11].

Ναοί τού χωριού
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πρώτος ναός των Ρεθυμνίων Νεομαρτύρων Γεωργίου, Αγγελή, Μανουήλ και Νικολάου, από τις Μέλαμπες Αγίου Βασιλείου καταγομένων, κτίστηκε στο χωριό αυτό, κατά το έτος 1877, με τη μεσολάβηση τού ονομαστού Ηγουμένου της Ι. Μ. Πρέβελη, το 1866, Αγαθαγγέλου Παπαβασιλείου, που καταγόταν από τα Αχτούντα. Κατέβαλλε το Μοναστήρι τα έξοδα και οι χωριανοί την προσωπική εργασία και κτίστηκε η εκκλησία. Η εκκλησία είναι διμάρτυρη και το άλλο κλίτος είναι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, ύστερα από απαίτηση του Μοναστηριού [12].
Η Κοίμηση τής Θεοτόκου είναι η παλιότερη εκκλησία τού χωριού, με άγνωστο, πάντως, το ακριβές έτος κτίσεώς της. Μάλλον, ανάγεται στα τελευταία χρόνια τής Ενετοκρατίας. Σύμφωνα με παλιότερες μαρτυρίες, ο ναός κοσμούνταν με βυζαντινές αγιογραφίες, που, όμως, σήμερα δεν υπάρχουν. Στις 15 Αυγούστου, ημέρα τής μνήμης της, στο χωριό γίνεται μεγάλο πανηγύρι.
Παλιά εκκλησία είναι και η αγία Παρασκευή, η πρώτη εκκλησία τού χωριού με καμπάνα, που ήταν μάλιστα τόσο ηχηρή, ώστε όταν κτυπούσε ακουγόταν από το Σπήλι, περίπου πέντε χλμ. Μακριά [13].
Μοναδικό ξωκκλήσι τού χωριού είναι ο Αφέντης ο Χριστός.

Σχολείο τού χωριού
Το σχολείο τού χωριού ιδρύθηκε με δαπάνη τού κράτους ως μονοτάξιο (πρ. 349/6-10-1931), με 38 μαθητές. Τελευταίο έτος λειτουργίας του ήταν το σχολικό έτος 1976- 77, που έκλεισε λόγω μείωσης τού αριθμού των μαθητών σε επτά. Τελευταίος δάσκαλος τού σχολείου υπήρξε ο Μανόλης Δημητρακάκης, που υπηρετούσε σε αυτό ήδη από το 1971.

Οικογένειες τού χωριού
Κυριότερες οικογένειες τού χωριού είναι οι Δημητρακάκηδες, οι Σμαραγδάκηδες, οι Παπαδάκηδες, οι Πετρουλάκηδες, οι Σταματάκηδες, οι Φωτάκηδες, οι Τζεκάκηδες, οι Αναλαμπιδάκηδες, οι Παπαγιαννάκηδες, οι Μουρνιανάκηδες, οι Καραβίτηδες, οι Λαγουδάκηδες.

Προϊόντα τού χωριού
Στο χωριό ευδοκιμούν ιδιαίτερα τα αμπέλια (κρασάμπελα). Επί Ενετοκρατίας όλη η περιοχή ήταν κατάφυτη από αμπέλια, κάτι που μαρτυρείται και από τα άφθονα τοπωνύμια τού χωριού που την αναφορά τους έχουν στο αμπέλι και το κρασί, όπως Γραμπέλα, Καταμπέλια, Πατητήρες, Πατητήρια καθώς και από τα απομεινάρια πατητηριών που σώζονται ακόμα. Την αμπελοκαλλιέργεια καταπολέμησαν οι Τούρκοι, για λόγους θρησκευτικούς και διέδωσαν την καλλιέργεια τής ελιάς. Σήμερα στο πάνω από το χωριό μέρος «Πανωτόπι» καλλιεργούνται αμπέλια, ενώ στο «Κατωτόπι» καλλιεργούνται ελιές. Καλλιεργείται ακόμα και η μουριά, και στα παλιά χρόνια παρήγαγαν και μετάξι, ενώ σήμερα, ύστερα από απόσταξη των μαύρων μούρνων, παράγεται και η περίφημη «μουρνόρακη», αρωματικό οινοπνευματώδες ποτό. Το χωριό, τέλος, παράγει και οπωρικά παντός είδους, εκτός εσπεριδοειδών, καθώς και άφθονα και νόστιμα λαχανικά [14].  

[1] Οι συνοικισμοί Δουμαεργειό (Κεντροχώρι) και Πλατανές τής Κοινότητας Ακουμίων, αποτέλεσαν την Κοινότητα Κεντροχωρίου, Δ. 7-8- 1930, Φ.Ε.Κ. Α 238/ 1930.
[2] Ο συνοικισμός Κισσός αναγνωρίστηκε σε ίδια κοινότητα Δ. 12-2-1935, Φ.Ε.Κ. Α46/1935.
[3] Μνημεία Κρητικής Ιστορίας V, 130.
[4] Rob. Pashley, Travels in Crete, II, 313.
[5] Βλ. σχετικά στον Ν. Τωμαδάκη, «Το τοπωνύμιον Αχτούντα», εφημ. «Παρατηρητής» Χανίων, φ. 1541/  22-12-1931και Ηχώ της Κρήτης, 22-12-1931, Χανιά.
[6] Μνημεία Κρητικής Ιστορίας V, 130.
[7] Rob. Pashley, Travels in Crete, II, London 1837, 313.
[8] Μιχάλης Μ Παπαδάκις., Το Μοναστήρι του Πρέβελη στην Κρήτη, Αθήνα 1978, 151.
[9] Ε. Σ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία της Κρήτης, Ρέθυμνα 1890, 69
[10] Μανόλη Στ. Δημητρακάκη, «Ακτούντα», στον συλλογικό τόμο: Χωριά τής π. επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και από 1/1/2011, Δήμου Αγίου Βασιλείου, τ. Δ΄, Ρέθυμνο 2011,154
[11] Νίκου Φασατάκη, «Αποφάσεις τού Ηγεμονικού Συμβουλίου για τους αγωνιστές τού Νομού Ρεθύμνης Α΄και Β΄ Τάξης», Κρητολογικά Γράμματα 13 (1997), 278. Βλ. και Στρατή Σταυρουλάκη, «Ρεθεμνιανοί Μακεδονομάχοι», Κρητική Επιθεώρηση  25/10/2005.
[12] Μιχ. Μ. Παπαδάκη, «Οι Τέσσερις νεομάρτυρες του Ρεθέμνου», Προμηθεύς ο Πυρφόρος, 21 (1980), 288.
[13] Μανόλη Στ. Δημητρακάκη, «Ακτούντα», ό.π. (σημ.10), 160- 161.
[14] Μανόλη Στ. Δημητρακάκη, «Ακτούντα», ό.π., 153.

Σχετικά άρθρα