Αναγνωρίζοντας τα παιδιά με δυσλεξία

Επιμέλεια Χρύσα Σιδηροπούλου

Φιλόλογος Πανεπιστημίου Κρήτης, με επιμόρφωση σε Μαθησιακές Δυσκολίες-Δυσλεξία από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

 
Η δυσλεξία, ως ειδική μαθησιακή δυσκολία, αποτελεί μια εφ’ όρου ζωής πρόκληση για το δυσλεξικό άτομο. Δεν αποτελεί «ασθένεια», επομένως και δεν θεραπεύεται αλλά ούτε και εξαφανίζεται με το πέρασμα των χρόνων. Όμως, η έγκαιρη διάγνωσή της και η ορθή αντιμετώπισή της με την εφαρμογή κατάλληλων προγραμμάτων και στρατηγικών αντιμετώπισης μπορούν να συμβάλουν στο να καταφέρει το παιδί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις δυσκολίες του.
Εν πρώτοις πρέπει να αναφερθεί ότι για να διαγνωσθεί η δυσλεξία πρέπει να αποκλείσουμε τα σοβαρά προβλήματα υγείας, την προχωρημένη ακουστική ή οπτική ανεπάρκεια, αλλά και τα σχολικά κενά λόγω απουσιών. Η διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής στα πρώτα στάδια πρέπει να υπήρξε επαρκής και ο μαθητής δεν βρίσκεται υπό κάποια συναισθηματική διαταραχή. Αποκλείουμε επίσης την πιθανότητα διαπιστωμένης εγκεφαλικής βλάβης και χαμηλού δείκτη νοημοσύνης. Από την άλλη το επίπεδο πολιτισμικών και οικογενειακών ευκαιριών δεν θα πρέπει να είναι χαμηλό.
Τα συμπτώματα που παρουσιάζουν τα παιδιά με δυσλεξία σχετίζονται με δυσκολίες στις διαδικασίες επεξεργασίας του γραπτού λόγου, δηλαδή την ανάγνωση, τη γραφή και την ορθογραφία, στη μνήμη, στο συντονισμό και την οργάνωση καθώς και στη διαδικασία πρόσληψης και επεξεργασίας των πληροφοριών. Αξίζει να επισημανθεί ότι δεν παρουσιάζουν δυσκολίες στον προφορικό λόγο, έχουν κανονική προφορική επικοινωνία και συχνά παρουσιάζουν ευφυΐα, γεγονός που καθιστά τη διάγνωση της δυσλεξίας ιδιαίτερα παραπλανητική, αφού οι δυσκολίες αρχίζουν να γίνονται ευδιάκριτες με την έναρξη της σχολικής ζωής των παιδιών. Για να είναι η διάγνωση έγκαιρη και ορθή και για να καταρτιστεί ένα σωστό και εξατομικευμένο πρόγραμμα αποκατάστασης, θα πρέπει το παιδί να έχει ολοκληρώσει την Α’ τάξη του δημοτικού σχολείου και να φοιτά στη Β’ τάξη , δηλαδή στα 7 με 8 έτη.
Όσον αφορά  στην ανάγνωση συγκεκριμένα, παρατηρείται ότι τα παιδιά με δυσλεξία είτε παραλείπουν είτε προσθέτουν είτε αντιστρέφουν  γράμματα και συλλαβές. Ο ρυθμός της ανάγνωσης τους είναι έντονα αργός και δυσκολεύονται στην ανάγνωση συμπλεγμάτων.
Δεν τηρούν τα σημεία στίξης, διαβάζουν δηλαδή χωρίς να «χρωματίζουν» καθόλου τη φωνή τους  και δε σταματούν στο κόμμα ή στην τελεία. Από την άλλη αδυνατούν να συγκεντρωθούν  και χάνουν πολύ εύκολα τη θέση του σημείου που διαβάζουν ενώ πολλές φορές συνεχίσουν να διαβάζουν μερικές σειρές πιο πριν ή πιο μετά. Όταν δυσκολεύονται σε κάποιες λέξεις δεν τις διαβάζουν αλλά τις μαντεύουν, παρασυρόμενα από κάποια γνωστή τους συλλαβή ή κάποια λέξη που είναι πιο οικεία σε αυτά (π.χ. παιδί αντί παιδικός) και συχνά αδυνατούν να  κατανοήσουν το περιεχόμενο ενός κειμένου.
Οι δυσκολίες στη γραφή, την ορθογραφία και γενικότερα στη γραπτή διατύπωση επικεντρώνονται στην έντονη δυσχέρεια στην αντιληπτική επεξεργασία και στην επεξεργασία των πληροφοριών. Συγκεκριμένα παραλείπουν ή αντικαθιστούν γράμματα  (π.χ. τραπζι αντί τραπέζι –  πεστετα αντί πετσέτα), συντομεύουν τις λέξεις (π.χ. τρέχω αντί τρέχοντας) και αντιστρέφουν συλλαβές (π.χ. νωδι αντί δίνω). Κάνουν πολλά ορθογραφικά λάθη, ενώ συγχρόνως αδυνατούν να «αυτοματοποιήσουν» τις βασικές καταλήξεις των ουσιαστικών και των ρημάτων. Συχνά επίσης δεν τηρούν τις αποστάσεις ανάμεσα στις λέξεις (π.χ. ημητέραμουμαγειρεύειπολύνόστιμα). Αξιοσημείωτη είναι και η καθρεπτική γραφή γραμμάτων και λέξεων (π.χ. 3 αντί ε), η αντικατάσταση γραμμάτων των οποίων οι ήχοι (φθόγγοι) είναι φωνολογικά συγγενείς (π.χ. β – φ, θ – δ, γ – χ). Δυσκολεύονται ακόμα και στον τονισμό και γενικότερα στη χρήση των σημείων της στίξης,  ενώ πολλές φορές χρησιμοποιούν κεφαλαία γράμματα όταν δεν χρειάζεται (π.χ. Σήμερα Πήγα στο σχολείο, άνεΜος). Δε λείπουν επίσης η κακογραφία και τα συντακτικά λάθη, ενώ το λεξιλόγιο είναι περιορισμένο.
Τέλος, παρουσιάζουν έντονη δυσχέρεια στην αντίληψη των αριθμητικών συμβόλων, του χώρου, του χρόνου, των ακολουθιών και στη χρήση των υπολογιστικών πράξεων. Για την ακρίβεια παρατηρούνται δυσκολίες στις βασικές πράξεις των μαθηματικών (πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμός, διαίρεση) και  αδυναμία πραγματοποίησης  νοερών πράξεων. Πολλές φορές  χρησιμοποιούν τα δάχτυλά τους ή άλλα αντικείμενα για να κάνουν πράξεις και αδυνατούν να  κατανοήσουν βασικές έννοιες  όπως το  μέγεθος ή την ποσότητα. Δυσκολεύονται στην εκμάθηση της προπαίδειας, στην εκτέλεση διαδοχικών βημάτων στις αριθμητικές πράξεις και συχνά αδυνατούν να κατανοήσουν  τις εκφωνήσεις προβλημάτων στα μαθηματικά.
Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η δυσλεξία έχει ποικίλες εκφάνσεις και ότι τα δυσλεξικά άτομα παρουσιάζουν ανομοιογενή κλινική εικόνα. Τα παιδιά που παρουσιάζουν δυσλεξία δεν είναι απαραίτητο να εμφανίζουν όλα τα προαναφερθέντα συμπτώματα στην ανάγνωση, τη γραφή και τα μαθηματικά. Πρέπει λοιπόν οι γονείς να παρακολουθούν στενά την πρόοδο των παιδιών στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και να βρίσκονται σε επικοινωνία με τους δασκάλους. Σε περίπτωση που αντιληφθούμε ότι το παιδί μας παρουσιάσει αρκετές από τις παραπάνω δυσκολίες, μπορούμε να απευθυνθούμε σε έναν ειδικό ο οποίος  θα βοηθήσει το παιδί να βελτιώσει κατά πολύ την απόδοση του στα μαθήματα και κατ’ επέκταση να προοδεύσει όσο και ένα παιδί που δεν έχει δυσλεξία.

Σχετικά άρθρα