Minoan Lines

Ο επιζών από το ναυάγιο του πλοίου «ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ» Ιάκωβος Αντωνογιωργάκης μιλά στο «Ρ»

Ο επιζών από το ναυάγιο του πλοίου «ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ» Ιάκωβος Αντωνογιωργάκης μιλά στο «Ρ»

46 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη «μαύρη» εκείνη νύχτα του Δεκέμβρη (Συμπληρώθηκαν στις 8/12)

Ο 74χρονος σήμερα Ιάκωβος Αντωνογιωργάκης ή όπως τον φωνάζουν, Γιακουμής, ήταν ένας από του Ρεθεμνιώτες επιζώντες του μοιραίου πλοίου ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ, που χάθηκε στο βυθό της θάλασσας πριν 46 χρόνια ακριβώς (8-12-1966), παρασύροντας μαζί του εκατοντάδες ψυχές και πολλά, πολλά ερωτηματικά. Συναντήσαμε τον κ. Ιάκωβο στο σπίτι του, στη Βιράν Επισκοπή για να μας μιλήσει για την εμπειρία του αυτή, όπως οι συγκυρίες το έφεραν να τη ζήσει. Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο να μιλήσει:

Ο τρόπος που βρέθηκε στο μοιραίο πλοίο…

‘‘Γιατί ανέβαινα τότε Αθήνα; Όταν είχαν έρθει οι δημοσιογράφοι στο νοσοκομείο μετά το ναυάγιο και με ρωτούσαν αυτό το πράγμα τους λέω: «Για τον Ολυμπιακό ανέβαινα!». Έτσι το είπα βέβαια, αν και είμαι Ολυμπιακός. Ήταν και ο αδερφός μου πάνω κι είχαμε ένα ραντεβού στο υπουργείο δικαιοσύνης τότε, με το συγχωρεμένο τον Κατσιά.
Ξεκινάω εγώ λοιπόν, παίρνω 2-3 κοφίνια πράγματα και πάω στο πρακτορείο της εταιρίας του Ευθυμιάδη -ήτανε σύντεκνός μου- για το καράβι ΦΑΙΣΤΟΣ από τα Χανιά και πληρώνω να μου τα πάνε κατευθείαν στο σπίτι του αδερφού μου. Δεν ήθελα εγώ να βαστώ πράμα. Η τύχη ρε παιδιά…
Το πρακτορείο ήταν δίπλα στο ζαχαροπλαστείο, «ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ» εκεί που είναι τώρα ο φούρνος του Νύκταρη. Παίρνω το χαρτάκι μου και κάθομαι εκεί να πιω έναν καφέ. 5:30-6:00 το απόγευμα έφευγε το λεωφορείο ειδικά για τη Σούδα και το ΦΑΙΣΤΟΣ, το οποίο έφευγε 9:30 για πάνω. Δεν το ήξερα καθόλου πως έχει δρομολόγιο το ΗΡΑΚΛΕΙΟ από τα Χανιά.
Έτσι όπως έπινα τον καφέ μου περνάει ένας κολλητός μου Χανιώτης και σταματάει με το αμάξι του. «Ήντα ’ναι Μιχαλιώ;», του λέω. «Άντε στα Χανιά» μου λέει αυτός. Εάν δεν περνούσε ο Μιχάλης θα έπαιρνα το λεωφορείο το βράδυ από εκεί δίπλα, να πάω μαζί με τους άλλους επιβάτες να μπω στο πλοίο που είχα κλείσει. Κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Φτάνουμε λοιπόν στα Χανιά και του λέω να με πάει στο πρακτορείο του ΦΑΙΣΤΟΣ. Πάω στις κοπελιές εκεί, ρωτώ που είναι ο σύντεκνος, δεν ήξεραν. Πάω κάτω κάτω στην πλατεία και βλέπω τον Κατσιά. Ανθρώπα ήταν, δύο μέτρα άντρας! «Καλώς τον! Καλώς τον!», μου λέει. Ήταν όλη μέρα εδώ στο χωριό και γύριζε στα καφενεία και με ήξερε.
Καθόμαστε, πίνουμε έναν καφέ, μου λέει «Να πιούμε τον καφέ γρήγορα να μπούμε στο πλοίο». Λέω εγώ «Στις 21:30 θα φύγει». Μου λέει αυτός, «Α! Δεν το κατές πως πάει και το ΗΡΑΚΛΕΙΟ πάνω;». «Άμε στο καλό», του λέω, «μπαρμπα-Γιάννη και το πρωί στις 8:00 θα σμίξουμε στο υπουργείο δικαιοσύνης». Φεύγει ο Γιάνναρος και μένω εγώ εκεί. Άρχιζε εν τω μεταξύ να χαλά ο καιρός. Ξαναπάω στις κοπελιές να δω για το σύντεκνό μου και μου λένε πως δεν ήταν εκεί. Μου λένε: «Άμε στη Σούδα και θα έρθει αυτός βράδυ βράδυ εκεί να κόβει τα εισιτήρια των ανθρώπων και θα τον δεις».
Πάω στη Σούδα και βρίσκω ένα γνωστό μου τον Αποστόλη το Σταματάκη που ήμασταν μαζί στην αεροπορία και είχε κατάστημα κοντά στην Τράπεζα της Ελλάδος εδώ στο Ρέθυμνο. Μου λέει «Στο ΗΡΑΚΛΕΙΟ θα μπεις;». «Όχι, του λέω, μόνο μη στεναχωράσαι». Για να δεις δηλαδή πως ξεκινά του κερατά η στρατιά. Σα να κάθεσαι εδώ, όπως είμαστε τώρα, και να έρθει ένα ελικόπτερο να σε πάρει που λέει ο λόγος…
Του λέω του Αποστόλη πως θα πάω πάνω πάνω. Είχα πολλούς γνωστούς εκεί. Εγώ έφευγα 21:30, το ΗΡΑΚΛΕΙΟ ήτανε να φύγει στις 19:00. Δεν το αφήνανε να φύγει. Και όχι λόγω κακοκαιρίας. Περιμένανε να έρθουν κάτι ψυγεία. Την ώρα που έβγαινα έξω από το λιμάνι, νά τον Κωταντή τον Μπιρίκο (σ. Κωστής Μπιρικάκης). Ήξερε ποιος είμαι, ήξερα ποιος είναι, αλλά δεν είχαμε πει «καλημέρα». Είμαστε απλώς κοντοχωριανοί, είχαμε εξ ακοής γνωριμία. «Γεια σου Κωστή» εγώ, «Γεια σου Γιακουμή» αυτός. Βαστούσε ένα τσαντάκι. Αυτός ταξίδευε με το ΗΡΑΚΛΕΙΟ.
Με ψήνει και πάμε πίσω. Πεισματάρης εγώ κι όμως με κατάφερε. Μου λέει «Πάμε πάνω να το δούμε (σ. το ΗΡΑΚΛΕΙΟ);». Του λέω εγώ, «Πάμε! Επαέ είναι κι ο μπαρμπα-Γιάννης, ο Κατσιάς ο γείτονας σου». Τον βρίσκουμε και μου λέει «Α ήρθες ε;». Λέω, «Ναι, μόνο δεν ήρθα». Μας κερνά δύο πορτοκαλάδες, είχα περιθώριο λιγάκι. Φωνάζαν από τα μεγάφωνα. Σπω κάτω εγώ, σπα κι ο Κωστής, και τρέχει και πάει και βγάζει ένα εισιτήριο στο όνομά μου και μου λέει «Γιάε το!». Είχε πληρώσει 144 δραχμές με καμπίνα. Τον ελυπήθηκα και πήγα πάνε και ξαναβρίσκουμε τον μπαρμπα-Γιάννη και του λέμε «Ήρθαμε τελικά».
Ήταν ήσυχος ο καιρός, αλλά είχε κρύο. Κατά τις 8:00 πρέπει να ξεκίνησε το πλοίο. Μόλις μπήκαμε λέω του Μπιρίκο, «Κατές ήντα παραξενιά έχω εδά; Να δω πότε θα ’ρθει το καράβι που ήτανε να μπω». Βγήκαμε απάνω. Στις 21:30 απαντήξαμε το ΦΑΙΣΤΟΣ. Γενικά ήταν ήσυχα…’’

Η στιγμή του ναυαγίου και το αμέσως μετά…

‘‘Κατά τις 00:00 ακούμε χτύπους δυνατούς από κάτω. Μην το πάρετε ως εγωιστικό, δε φοβήθηκα γιατί έχω εμπειρία από τη θάλασσα. Μετά από μισή ώρα ακούμε κι άλλο χτύπο. Άρχισε και κουνούσε λίγο κατά τις 00:30-1 παρά. Σε μόνο μόνο αρχίζει να χτυπά το σήμα κινδύνου.
Σηκώνομαι εγώ με τα εσώρουχα, σηκώνεται κι ο Κωστής. Δύο άτομα ήμασταν σε τετράκλινη καμπίνα. Πετάγομαι στο διάδρομο. Κόσμος έτρεχε πάνω κάτω σε κατάσταση πανικού. Γυρίζω, κοιτάζω τα ρούχα μου και λέω, «να τα βάλω, να μην τα βάλω» και βλέπω τον Μπιρίκο να έχει βάλει το παντελόνι του και το ένα παπούτσι. «Άντε μπρε» του λέω και μου λέει «Κάτσε να ντυθώ». Τον αρπάζω και τον πετώ στο διάδρομο. Βγάνει και το ένα παπούτσι που’ χε βάλει και σπούμε κάτω. Δεν το καλοκάτεχα και το καράβι, αν και με βοήθησε το ό, τι είχαμε μπει την πρώτη φορά.
Ανεβαίνουμε λοιπόν σε ένα πατάρι, από πάνω, άναβαν ακόμη τα φώτα στο καράβι. Την ώρα που διασκελίσαμε τη σκάλα για να βγούμε στο κατάστρωμα έσβησαν τα πάντα! Το μόνο που δεν έσβησαν ήταν οι αστραπές. Μέρα! Εθώριες τον άνθρωπο όπως ήταν! Χοντρές ψιχάλες, χαλάζι, αέρας. Είχε θάλασσα. Η Φαλκονέρα είναι ακριβώς στα μισά του δρόμου. Τον Κωστή τον έχασα μέσα στο διάδρομο. Για να καταλάβετε τι σας λέω. Δυο-τρία μέτρα να ήμασταν πίσω δε θα μιλάγαμε. Μόλις βγήκα εγώ πάνω εγύρισε το πλοίο. Εγώ έσπασα το πόδι μου, ενώ είχε γίνει κομμάτια η πλάτη μου, αφού σύρθηκα στο κατάστρωμα και σφηνώθηκα στην πισίνα μέσα.
Όταν τελείωσε η ιστορία μετά από δύο μήνες ήρθε εδώ ένας λιμενικός και μου ζήτησε να πάω στο λιμεναρχείο να τους πω την εμπειρία μου, να δουν οι άνθρωποι ποιος είμαι. Ένας Καραγιάννης ήταν ο Λιμενάρχης, μου λέει κάποια ονόματα και με ρωτάει αν τους ξέρω, του λέω εγώ πως δεν ήξερα κανέναν τους. «Ξέρεις γιατί σε ρωτάω; Το λιμενικό έχει δικαίωμα να δίνει 3-4 δωρεάν εισιτήρια σε κάθε καράβι. Σε ερωτώ λοιπόν γιατί είχα δώσει σε αυτούς τα ελευθέρας» μου είπε και μου πρότεινε αν θέλω να μου δίνει κι εμένα. Του το αρνήθηκα. Σας το λέω όλο αυτό γιατί ούτε ξέρει κανείς πόσα ακριβώς ήταν τελικά τα θύματα από το ναυάγιο. Είχε μέσα Ατσιγγάννους και άλλους, Χανιώτες Ρεθεμνιώτες, πιο πολλοί ήταν Χανιώτες. Αν δεν ήταν και το ΦΑΙΣΤΟΣ, θα είχε άλλους τόσους.
Δεν είναι επακριβές το νούμερο, αλλά σας λέω ότι δε θα ήταν 500. 46 γλιτώσαμε εμείς, οι τρεις, Ρεθεμνιώτες. Τρία λεπτά υπόθεση ήτανε το βούλιαγμα. Όταν τελείωνε η ιστορία ήρθε μια σχεδία και με πήρε. Την άλλη μέρα που με βρήκανε το βράδυ δεν ήξερα αν ζει άνθρωπος στον κόσμο, ήμουν ολομόναχος, ενώ ο Μπιρίκος, που είχαμε χαθεί, ήταν μαζί με άλλους 5-6. Ήρθαν λοιπόν και με βρήκαν κάποιοι Φιλανδοί εμένα, όπως και τον Μπιρίκο, ένα εμπορικό πλοίο, το οποίο μας πήγε έξω από το λιμάνι του Πειραιά γιατί δεν μπορούσε να μπει μέσα. Έστειλε ο Παύλος Βαρδινογιάννης ένα καραβάκι να μας πάρει, ήταν κι αυτός μαζί. Συνολικά περίπου 20 είχαν μαζέψει οι Φιλανδοί.
Φτάσαμε κατά τις 9:00 στον Πειραιά και μας πήγαν στο Τζάνειο. Ο Μπιρίκος έκαμε 8 μέρες εκεί. Εγώ μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων. Ήρθε ο Παύλος (ο Βαρδινογιάννης) και με πήρε και μου έδωσε ένα εισιτήριο αεροπορικό. Ήρθα εδώ στις 24.
Ο Μπιρίκος με έβαλε μέσα στο ΗΡΑΚΛΕΙΟ. Αλλά το κάτεχε; Το λέω ακόμα και τώρα. Δεν επήρα μεγαλύτερη χαρά που εσώθηκε γιατί η μάνα του δεν είχε άλλον. Στο μεταξύ, η γυναίκα μου είχε ένα μωρό κοπέλι και με άλλο ένα στην κοιλιά όταν συνέβη το ναυάγιο. 10 του μήνα το έμαθε η Βαγγέλα (η σύζυγος του), οι γερόντοι το ήξεραν, είχε βουίξει το Ρέθυμνο…’’

Η «απόδοση» δικαιοσύνης και το «κακοσασμένο» πλοίο

‘‘Μετά από 40 μέρες ήταν το πρώτο δικαστήριο. Είναι ακόμα μέγα ερωτηματικό το πώς έγινε το ναυάγιο. Ακούστε να δείτε, δεν έφταιγε η καθυστέρηση. Πάντα ο ανταγωνισμός και ο συναγωνισμός τα κάνει αυτά. Δεν είδατε πως ολόκληρος ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ τράκαρε στο 1,5 μίλι με το παγόβουνο; Αλλά λέει ο καπετάνιος, «Δεν μπορούμε να πηγαίνουμε με 23 κόμβους, με 19 το πολύ 20 μπορούμε», του λέει όμως ο πρόεδρος «μα θα πάει ο άλλος πιο πρώτος». Έτσι γίνονται κι εδώ.
Μετά από ένα χρόνο ήταν το εφετείο, όπου δίκασαν τα «ποντικάκια». Επιτρέπεται το φορτίο να κάνει τη ζημιά; Επειδή καθυστέρησε το ψυγείο του Μιχάλη του Κατρίτση, μάλωσε στη Σούδα ο Βούλγαρης, ο Λιμενικός με το Μαρκαντωνάκη, τον πράκτορα του πλοίου. Εμείς ήμασταν με τον Κωστή απάνω και του έλεγε του Λιμενικού «δε θα φύγει το καράβι διότι περιμένουμε πελάτες» και του έλεγε ο Λιμενικός, θα φύγεις τώρα, Αλλιώς θα σε διαλύσω!». Δικάστηκαν ο ύπαρχος, ο λοστρόμος και δυο τρεις άλλοι. Αυτοί ήταν τα ποντικάκια. Ο Μαρκαντωνάκης τίποτα.
Πρώτος μάρτυρας στη δίκη ήταν ο ύπαρχος, ο οποίος λέει «Ο καπετάν Μανώλης (Βερνίκος, ο καπετάνιος) ήταν πολύ εγωιστής. Πάμε στις 00:00 και του λέμε ότι κινδυνεύει το καράβι και ταξιδεύει με ανοιχτή μπουκαπόρτα». Δεν πα να γεμίσει το καράβι νερά. Και τί έγινε; Μπαίνουν από τη μια, βγαίνουν από την άλλη. Όταν τα στεγανά από κάτω, τα τετράγωνα είναι σωστά δεν πα να βρέχει;
Το καράβι ήτανε κακοσασμένο. Κι αποδείχθηκε αυτό. Όταν έρχεται ο μετασκευαστής στο δικαστήριο και λιποθυμά κάθε 3-4 λεπτά, όταν έρχεται ο υπάλληλος που έδωσε το δάνειο στον Τυπάλδο και αγοράσανε το πλοίο από τις Ινδίες και λιποθυμά κι αυτός, διακόπτεται το δικαστήριο, ξαναδιακόπτεται το δικαστήριο και γίνεται αυτό μια βδομάδα, ε κάτι σημαίνει. Με λίγα λόγια, ο μετασκευαστής και ο υπάλληλος του ΕΤΒΑ, όταν τους έκαναν καίρια ερωτήματα λιποθυμούσαν.
Το καράβι αποδείχθηκε στο δικαστήριο ότι το πήραν μόνο με δωροδοκίες. Πλήρωναν μόνο για να πάρουν τα χαρτιά. Ένα πράγμα μόνο να σκεφτούμε. Έρχεται ένας ανώτατος αξιωματικός του εμπορικού ναυτικού, ο Ναύαρχος Ανδρικόπουλος και βγαίνει στην έδρα και λέει, «Κύριε Πρόεδρε, το 1962 υπηρετώ στην επιθεώρηση εμπορικών πλοίων. Κατεβήκαμε με τον τότε Υπουργό να κάνουμε έλεγχο σε τρία καράβια των αδερφών Τυπάλδου και δε μας επετράπη η είσοδος από τον κατηγορούμενο», που ήταν ο πρώτος ανιψιός των Τυπάλδων, ο Κόκκινος, ο γενικός διευθυντής της ακτοπλοΐας των Τυπάλδων. Μόνο αυτά, για μένα παιδιά μου, λένε πολλά. Επίσης, σε λίγη ώρα καήκαν και τα δύο καράβια του Τυπάλδου στο λιμάνι μέσα, το ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ και το ΚΡΗΤΗ.
Επίσης, εκείνες τις μέρες και μπορείτε να ρωτήσετε και τον Μπιρίκο, βρέθηκε
ένας Ιταλός που μπορούσε να δώσεις στοιχεία και εξαφανίστηκε κι αυτός. Έφταιγε η αμέλεια και οι κακοτεχνίες. Τέσσερα καράβια είχε τότε η Κρήτη και πνίγηκε το ένα. Γιατί έγινε αυτό; Απαντήστε. Από εκεί που βούλιαξε (στη Φαλκονέρα) περνούνε όλα τα πλοία. Πάντα πρέπει να ξέρουμε ότι υπάρχει ανθρώπινο λάθος. Χωρίς λάθος δε γίνεται…’’

Αντί επιλόγου…

Είναι εκπληκτικό πως η πραγματική εμπειρία θανάτου που έζησε ο κ. Αντωνογιωργάκης δεν του έχει σημαδέψει τη ζωή, αλλά σίγουρα, όπως κι ο ίδιος παραδέχτηκε στο κλείσιμο της κουβέντας μας, τον έκανε να την εκτιμήσει πολύ περισσότερο, πράγμα απολύτως φυσιολογικό. Πέρα από τον κ. Ιάκωβο που κατάφερε να γλιτώσει από ένα ναυάγιο, που αποτελεί από τα μεγαλύτερα σε παγκόσμιο επίπεδο σε ό, τι αφορά τη ναυσιπλοΐα, το μυαλό μας θα πρέπει να πηγαίνει στις ψυχές που χάθηκαν τόσο άδικα κυριολεκτικά σχεδόν, εν ριπή οφθαλμού. Και αυτό, για την ικανοποίηση της ανθρώπινης ανοησίας ή αδηφαγίας. Όπως θέλει ας το πει κανείς, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο…

Σχετικά άρθρα