Nova Professional Economy 23 euro!!!

Ο Αγροφύλακας (Ο Δραγάτης, ο Μπεξής) του Γιάννη Τσακπίνη

tsakpΓράφει όπως τα θυμάται, τότε 10 ετών – σήμερα 80 ο Γιάννης Τσακπίνης, Απόστρατος Αξιωματικός

Ο γεωργός ήταν στην Κατοχή το βασικό επάγγελμα που ασκούσε στο χωριό ο άνθρωπος για να διατηρηθεί με πολλές δυσκολίες στη ζωή. Στη διάθεσή του είχε μόνο τα αυτοσχέδια μέσα του για να του προσφέρουν όσα περισσότερα προϊόντα είχε ανάγκη για να δημιουργηθεί.

Αγώνας σκληρός αλλά προσπαθούσε χωρίς να υποχωρεί γιατί πίστευε ότι θα γνωρίσει καλύτερη εποχή αν όχι αυτός τα παιδιά του, ήτανε η ικανοποίησή του.

Το επάγγελμά του συναντούσε πολλές δυσάρεστες καταστάσεις από τις καιρικές συνθήκες «πλημμύρες – χιόνια» και από τον ίδιο τον άνθρωπο «κλοπές – ζημιές – αμέλεια» που τις αντιμετώπιζε με ψυχραιμία για να μην στερηθεί αυτό που ήτανε ανάγκη για τη ζωή του αλλά και να είναι αγαπητός με όλους στο χωριό του.

Στα φυτά και στα προϊόντα τους οι κάτοικοι της περιοχής μας συναντούσανε κατά διαστήματα από μη εργαζόμενους, κλοπές σε αυτά και από τα ζώα των κτηνοτρόφων επιζήμιες καταστάσεις όπου αυτά ήτανε εμπόδια να αποκτούν τις απαραίτητες ποσότητες για τη διατροφή τους αλλά και για την καλυτέρευση της ζωής τους να αναπτυχθούν.

Υποχρέωση είχανε οι κτηνοτρόφοι να προστατεύουν τον αγρότη για να μπορεί να δημιουργηθεί όπως αυτός επιθυμούσε αλλά και οι μη εργαζόμενοι να μην επιλέγουν αυτόν τον τρόπο διαβίωσης με τους κόπους των άλλων χωριανών.

%cf%84%cf%83%ce%b1%ce%ba%cf%80%ce%b9%ce%bd%ce%b7%cf%82_01
Στολή και το μούζικο του αγροφύλακα

Η πολιτεία όμως για να  προστατεύσει τους αγρότες από αυτά τα εμπόδια που συναντούσανε είχε διορίσει υπεύθυνους που να τους αναγκάζει σύμφωνα με τους υπάρχοντες νόμους να μην πράττουν επιζήμιες καταστάσεις και να σέβονται τους κόπους των. Αν δεν τους τηρούσανε παίρνανε το δρόμο του αγρονομικού δικαστηρίου. Την υπηρεσία αυτή την εκτελούσε στο χωριό ο διορισμένος Αγρο –φύλακας κατά περιοχή ανάλογα τον πληθυσμό και την έκταση αυτών.

Ο αγροφύλακας ή δραγάτης όπως τον αποκαλούσαν στις ορεινές περιοχές ή μπεξής όπως τον λέγανε οι Μικρασιάτες φορούσε ειδική στολή με καπέλο που είχε το σήμα της αγροφυλακής. Είχε  άδεια να φέρει μαζί του όπλο για την προστασία του. Είχε μαζί του φωνητικό όργανο «μούζικο» που έκανε γνωστό με τη δυνατή του φωνή ότι είναι παρών στην περιοχή του ή όταν κάποιος είχε πρόθεση να πράξει αδίκημα να ξέρει ότι η παρουσία του αγροφύλακα θα τον πιάσει και θα έχει συνέπειες. Είχε και πολλές εξουσίες για τους παραβάτες του αγρότη σύμφωνα με τους αγρονομικούς νόμους που υπήρχαν. Η υπηρεσία των δεν είχε ωράριο εργασίας, ακόμα και την νύχτα εάν τον ειδοποιούσανε ότι γίνεται αγροζημία πήγαινε να την ελέγξει χωρίς να έχει αυξημένη αμοιβή εις το μηνιάτικο που έπαιρνε και κάθε μέρα που αναχωρούσε για την υπηρεσία του έπαιρνε μαζί του το βουργιάλι που είχε μέσα το παγούρι με νερό τυρί και ελιές για το μεσημεριανό του φαγητό αν δεν γύριζε στο σπίτι του. Δεν ξεχνούσε βέβαια να μην πάρει κοντά και την κατσούνα του για κάθε ενδεχόμενο που θα συναντούσε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του.

Κατά διαστήματα για να πιάσει ορισμένους παραβάτες την ημέρα ή τη νύχτα τους έκανε μποσκάδα «ενέδρα» στους βοσκότοπους στα περιβόλια, στα αμπέλια κ.λπ. και είχε καλό αποτέλεσμα στην υπηρεσία του και το χωριό δεν είχε προβλήματα. Οι δραγάτες και των άλλων περιοχών κάνανε συναντήσεις στα σύνορα των περιοχών των και είχανε την ανάλογη συνεργασία μεταξύ των σε ότι αφορούσε στις παραβάσεις που κάνουν οι βοσκοί και οι κάτοικοι των περιοχών τους.

Στους βορεινούς πρόποδες του Βρύσινα που είναι τα χωριά: Χρωμοναστήρι – Καπεδιανά και Πρασές μετά την κατοχή ήτανε διορισμένος Αγροφύλακας ο Μανόλης Αντωνάκης που είχε καταγωγή το Χρωμοναστήρι. Χωριό γραφικό και παραδοσιακό με ήθη και έθιμα πατριωτικά.

%cf%84%cf%83%ce%b1%ce%ba%cf%80%ce%b9%ce%bd%ce%b7%cf%82_02

Το παράδειγμα αποτελούσαν οι γονείς του στη γεωργία και στο νοικοκυριό στο χωριό τους.

Το χωριό διακρινόταν για τους ανθρώπους των γραμμάτων και της επιστήμης που έχουν προσφέρει τα μέγιστα στην κοινωνία με πολλές διακρίσεις ακόμα και σήμερα.

Ο Μανόλης ήτανε ψηλός – δυνατός – μουστακαλής άνδρας και πάντοτε γελαστός προς όλους. Είχε έμπιστο λόγο στην κοινωνία και στην υπηρεσία του υποδειγματικός και δίκαιος προς όλους.

Είχε παντρευτεί την κυρία Κυριακούλα του Ρήγα Γκούτζου σήμερα εν ζωή, επίσης με τα ίδια οικογενειακά προσόντα και αποκτήσανε τρία παιδιά.

Όταν εκτελούσε την υπηρεσία του ο Μανόλης κατά καιρούς συναντούσε πολλές δυσκολίες από ορισμένους βοσκούς και από μερικούς κατοίκους των χωριών όπως: Ο Μανούσος από τα Καπεδιανά είχε χούι να κάνει συχνά αγροζημίες στα σπαρτά των χωριανών. Μια ημέρα το σπαρτό του Νικολάκη στα ροβαδάνια του Βρύσινα τα πρόβατά του το κάνανε γουλί «αφήσανε μόνο τον κόσμο του». Αμέσως ο Νικολάκης κάλεσε τον Αγροφύλακα για να του κάνει μήνυση την οποία κατάθεσε στο Αγρονομείο των Πρασσών.

Σε είκοσι (20) ημέρες πήρε την κλήση και κάθισε στο σκαμνί του κατηγορουμένου και του είπε ο πρόεδρος: τα πρόβατά σου φάγανε το σπαρτό του Νικολάκη τι έχεις να πεις; Και του απαντά: Κύριε Πρόεδρε, εκείνη την ημέρα πάντρευα το γιο μου και δεν είχα κοιμηθεί. Το πρωί τα άρμεξα τα πήγα πιο πέρα στην πλαγιά, γύρισα στη μάνδρα και κοιμήθηκα. Αυτά γυρίσανε και πήγανε στο σπαρτό, όταν ξύπνησα ήτανε αργά είχε γίνει η ζημιά.

Ο πρόεδρος ρώτησε τον αγροφύλακα: Εσύ τι λες να μην τον τιμωρήσω λόγω του γάμου; Κύριε, πρόεδρε, ίσως από εδά και πέρα να βάλει μυαλό και έφυγε ο βοσκός ατιμώρητος.

Όμως τα πρόβατά του που είχανε γλυκαθεί από πριν μετά από αρκετές ημέρες του φύγανε πάλι και πήγανε στο ίδιο σπαρτό.

Πάλι μήνυση και στο ίδιο σκαμνί κάθισε ο Μανούσος. Ο πρόεδρος του λέει πάλι εδώ είσαι; Γιατί δεν βλέπεις τα πρόβατά σου; Πάλι ρωτά τον αγροφύλακα και του απάντησε: Κύριε Πρόεδρε τώρα να του τη θέσεις και μεγάλη γιατί κατάστρεψε τον φουκαρά τον Νικολάκη που έχει επτά κοπέλια και δεν θα φάνε ψωμί φέτος. Πράγματι, τον τιμώρησε σε βαριά χρηματική ποινή και να του δώσει και εκατό οκάδες κριθάρι.

Κάθε καλοκαίρι στο χωριό Μύλοι οι κάτοικοι βγάζανε τις πατάτες. Επειδή τον περασμένο χρόνο κλέψανε πολλές τη νύχτα ο Αγροφύλακας φέτος έστησε μποσκάδα «ενέδρα» για να προλάβει το κακό. Γύρω στα μεσάνυχτα άκουσε ένα τσάχαλο «θόρυβο» στα περιβόλια. Σιγά – σιγά πήγε κοντά και βλέπει τον κλέπτη. Ήτανε ο Μύρων από το διπλανό χωριό και είχε πιο πέρα δεμένο και τον γάιδαρό του για να φορτώσει τις πατάτες. Του λέει ο Μανόλης: δεν έχεις μια ουλιά ντροπή –  δεν λυπάσαι τα ορφανά κοπέλια; Γιατί μωρέ, δεν πας να φυτέψεις το περβόλι σου στο χωριό;

Μανώλη, του είπε δεν το ξανακάνω μην μου κάνεις μήνυση. Όχι, δεν μπορώ θα πας στο δικαστή να τα πεις. Ο Πρόεδρος έλαβε υπόψιν του τα ορφανά παιδιά και τον τιμώρησε με βαριά ποινή.

Ο Μανόλης τις περισσότερες φορές για τις αγροζημίες απόφευγε τις μηνύσεις και τους έκανε συμβιβασμούς να δίνουν αρνί – τυρί – καρπό –χρήματα λάδι κ.λπ. ανάλογη ποσότητα που αντιστοιχούσε στην αγροζημία όσο για τις κλοπές υποχρεωτικά τους έκανε μήνυση.

Σήμερα ο αγροφύλακας προ πολλών ετών έχει σταματήσει να εκτελεί υπηρεσία στην περιοχή μας καθότι η πολιτεία θεώρησε ότι δεν είναι χρήσιμη για την ύπαιθρο.

Όμως όλοι οι αγρότες αναστενάζουν όταν βλέπουν τα χωράφια τους να έχουν γίνει βοσκότοποι και το ενδιαφέρον της απουσιάζει. Εκφράζουν την επιθυμία τους να επανέλθει η υπηρεσία του αγροφύλακα για να δικαιούνται οι κάτοικοι να τα καλλιεργούν προς όφελός του. Και τέλος:

 

Όλοι οι αποθαμένοι να γυρίζανε και ο αγροφύλακας μαζί τους

θα βλέπανε πως κατάντησε

όλη η περιοχή τους.

 

Μνημόσυνο σήμερα κάνουμε

στον αγροφύλακά μας

μακάρι αν ήτανε εύκολο

να γύριζε πάλι κοντά μας.

 

 

Σχετικά άρθρα

Δείτε επίσης

Close