Minoan Lines

Προκλητικό υπόμνημα από Χάινς Ρίχτερ: Θέλω τον τίτλο μου

Ανήμερα της έναρξης των εκδηλώσεων για την 76η επέτειο από την παγκόσμιας εμβέλειας Μάχη της Κρήτης, της πρώτης παλλαϊκής αντίστασης ενάντια στην εισβολή του Ναζισμού και της επίλεκτης “αφρόκρεμας” του Χίτλερ, των Γερμανών αλεξιπτωτιστών του Γ’ Ράιχ – μια αντίσταση που η Κρήτη, στα χρόνια της φασιστικής και ναζιστικής Κατοχής, πλήρωσε με αμέτρητο αίμα, σφαγές, ολοκαυτώματα και καταστροφές της παραγωγικής της βάσης – η  εφημερίδα “Νέα Κρήτη” φέρνει στη δημοσιότητα το υπόμνημα του Γερμανού ιστορικού-ερευνητή Χάινς Ρίχτερ προς το Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Ένα υπόμνημα-πρόκληση για την ιστορική μνήμη στην Κρήτη, με το οποίο ο κ. Ρίχτερ ζητάει από την Κοσμητεία της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης να απορρίψει την εισήγηση της γενικής συνέλευσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης για ανάκληση του τίτλου που το ίδιο τμήμα τού είχε απονείμει, αυτού του επίτιμου διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Διάκριση που, ως φαίνεται, είναι και η μόνη ανώτατη σε ακαδημαϊκό επίπεδο που διαθέτει για την ώρα ο Γερμανός ιστορικός ερευνητής και η οποία ενδεχομένως να αποτελεί για τον ίδιο το πιο έγκυρο “διαβατήριο” περαιτέρω ακαδημαϊκής ανέλιξης ακόμη και στην ίδια του την πατρίδα.

Ο κ. Ρίχτερ μπορεί να υπογράφει στο σχετικό του υπόμνημα ως καθηγητής Νεοελληνικής Ιστορίας και για την ακρίβεια ως «Prof. Dr. Heinz Richter», αλλά οι τίτλοι στη Γερμανία έχουν διαφορετική σημασία για τους καθηγητές πανεπιστημίου, που είναι διακριτοί από άλλες ακαδημαϊκές ιδιότητες. Τουλάχιστον μέχρι πριν λίγους μήνες, και πάντως πολύ αργότερα από το επίμαχο βιβλίο του για τη “Μάχη της Κρήτης”, η προσωπική του ιστοσελίδα σε αυτή του Πανεπιστημίου Uni Μannheim τον τιτλοφορεί ως «Apl. Prof. Dr. Heinz Α. Richter». Σύμφωνα με το γερμανικό ανώτατο εκπαιδευτικό σύστημα λοιπόν, ο κ. Χάιντς Ρίχτερ δεν είναι και δεν ήταν “τακτικός” καθηγητής ή καθηγητής (στα Γερμανικά: “lehrstuhlinhaber”, “ordinarius” ή “ordentlicher professor”), δηλαδή δεν είχε ποτέ έδρα. Ο τίτλος του στα Γερμανικά είναι “ausserplanmässiger professor” ή στα Αγγλικά “supernumerary professor”. Ο τίτλος αυτός απονέμεται σε κατόχους διδακτορικού που θεωρούνται ειδικοί σε κάποιον τομέα (π.χ. ο κ. Ρίχτερ στην ιστορία της Ελλάδας και της Κύπρου…). Ο τίτλος δεν αντιστοιχεί σε θεσμοθετημένη θέση καθηγητή και δε δημιουργεί θέση εργασίας ή υπηρεσίας υποχρεωτικά. Για τη θέση αυτή δεν κατατίθεται υποψηφιότητα, αλλά προτείνεται από “φίλους επιστήμονες” στο ίδιο γνωστικό αντικείμενο. Ίσως όπως αυτοί που τον πρότειναν στον πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας για να τον παρασημοφορήσει. Ίσως έτσι να εξηγείται γιατί και με το υπόμνημά του δηλώνει ότι η Κοσμητεία της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών δε θα πρέπει να δεχτεί την ανάκληση του τίτλου του ως επίτιμου διδάκτορος στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Το υπόμνημα Ρίχτερ

Στις 25 Μαΐου του 2016, σε μια θυελλώδη συνεδρίαση, η γενική συνέλευση του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης αποφασίζει την ανάκληση του τίτλου του επίτιμου διδάκτορος του Πανεπιστημίου Κρήτης. Θα χρειαστεί να περάσουν 10 μήνες (!) για να καθαρογραφεί η εισήγηση του τμήματος, και να φτάσει στη Κοσμητεία της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών για τελική επικύρωση το Μάρτιο του 2017 (!). Η Κοσμητεία στις 29 Μαρτίου 2017 θα στείλει την απόφαση αυτή στον ίδιο τον κ. Ρίχτερ και θα του θέσει χρονικό όριο μέχρι τις 15 Μαΐου, αν το επιθυμεί, να καταθέσει τις προτάσεις του έναντι της απόφασης για ανάκληση του τίτλου του. Στις 15 Μαΐου η Κοσμητεία συνεδριάζει, αλλά καμία διαρροή δεν υπάρχει για κατάθεση υπομνήματος του Ρίχτερ, παρότι οι δημοσιογράφοι έθεσαν σχετικό ερώτημα.

Όμως ακριβώς αυτή την ημέρα που έληγε η προθεσμία για κατάθεση υπομνήματος, ο Χάινς Ρίχτερ, όχι απλά στέλνει ένα πολυσέλιδο υπόμνημα, που σε τίποτα δεν απαντάει στα όσα του προσάπτουν πανεπιστημιακοί και κοινωνία (ότι ουσιαστικά εμφάνισε «βάρβαρη πράξη» την αντίσταση του κρητικού λαού και με πράξεις προσβολής ακόμη και νεκρών Γερμανών στρατιωτών, που εν πολλοίς έδιναν έρεισμα με το τότε «δίκαιο» του πολέμου στους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, ένα «ιπποτικό σώμα του στρατού», ακόμη και για την εφαρμογή των φονικών αντιποίνων τους), αντίθετα επιλέγει να πάει κατευθείαν σε αυτό που θεωρεί μείζον θέμα. Και σήμερα που έχουμε την έναρξη των εκδηλώσεων της 76ης επετείου από τη Μάχη της Κρήτης, οι Κρητικοί εύκολα θα αντιληφθούν και το λόγο. Επιλέγει να επαναλάβει τους ισχυρισμούς του, ότι η Γερμανία έχει αποζημιώσει πλήρως την Ελλάδα για τις καταστροφές, την καταλήστευση και το αίμα που μας επιφύλαξε κατά τη ναζιστική Κατοχή και ότι η Ελλάδα είναι αυτή που χρωστάει από τότε στη Γερμανία (!).

Αποσπάσματα του υπομνήματος

Στο υπόμνημά του, μεταξύ άλλων, ο κ. Χάινς Ρίχτερ αναφέρει: «Με έκπληξη και πικρία ανέγνωσα την υπ’ αριθμ. πρωτ. 89 και από 29 Μαρτίου 2017 επιστολή σας προς εμέ, η οποία περιλαμβάνει και αναπαράγει αυτούσια την υπ’ αριθμ. 153 και από 25 Μαΐου 2016 απόφαση του υμετέρου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης. Διά της ως άνω πρωτοφανούς αποφάσεως, το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης εισηγήθηκε προς την Κοσμητεία την ανάκληση του τίτλου του επίτιμου διδάκτορα που μου έχει απονεμηθεί.

2. Ο τίτλος που απονεμήθηκε από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης το 2014 απετέλεσε για εμένα τον κολοφώνα μιας πνευματικής και επιστημονικής προσπάθειας πολλών δεκαετιών, όλων αφιερωμένων στη μελέτη της νεότερης Ελλάδας…

Νομικό μέρος:

3. Σύμφωνα με το αρ. 41 παρ. 2 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Πανεπιστημίου Κρήτης (ΦΕΚ Β-1525/2000), “ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορος αφαιρείται μόνο για σοβαρούς λόγους και με την ίδια διαδικασία που ισχύει για τους ομότιμους καθηγητές”, το δε αρ. 40, παρ. 3 προβλέπει ότι “o τίτλος του ομότιμου καθηγητή αφαιρείται ύστερα από απόφαση της Συγκλήτου του Ιδρύματος, που λαμβάνεται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών της, όταν συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι”…

Ως προς τις επιμέρους αιτιάσεις:

(…) 15. Θεωρώ ότι ο καθηγητής Φλάισερ, για λόγους άγνωστους σε εμένα, απέκρυψε τη συνολική εγγραφή, που ήταν παθητική για το ελληνικό κράτος, προβάλλοντας μόνο την ενεργητική πλευρά του ισοζυγίου. Θέλω να τονίσω ότι η εν λόγω ανακάλυψη δεν οφείλεται σε εμένα, αλλά στο γνωστό Γερμανό ιστορικό Gotz Aly, καίτοι και ο ίδιος έκανα την ίδια ανακάλυψη περίπου μισό χρόνο μετά και ανεξάρτητα από τον Aly… Η εν λόγω έκθεση φυλάσσεται στο αρχείο του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, όπου είναι προσιτή στον οποιονδήποτε με αριθμό τεκμηρίου R27320 (σχετ. 7)…

16. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ανέφερα με λίγα λόγια πώς έχει το ζήτημα αυτό στη δημοσιογράφο που έπαιρνε τη συνέντευξη, χωρίς να υπεισέλθω αναλυτικά σε λεπτομέρειες, όπως πράττω εδώ, ζήτησα όμως να παραλειφθεί από το κείμενο που θα δημοσιευόταν, διότι δεν επιθυμούσα προσωπική αντιπαράθεση με τον καθηγητή Φλάισερ…

(…) Επέλεξα, μάλιστα, να παραμείνω σιωπηλός, όταν μέλη του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης, χωρίς εξειδίκευση στο αντικείμενό μου ή πείρα που να πλησιάζει έστω τη δική μου, καταφέρονταν εναντίον μου δημοσίως με βαρύτατους χαρακτηρισμούς, όπως ότι αρνούμαι “εγκλήματα πολέμου” και είμαι συγγραφέας “διατεταγμένης διατριβής” (Βασίλειος Δαφέρμος, σελ. 49 της υπ’ αριθμ. 2383/2015 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου) ή άνθρωπος που “μας κοροϊδεύει” (Δημήτρης Ξενάκης, σελ. 50). Ο ίδιος καθηγητής Ξενάκης σε ραδιοφωνική του συνέντευξη στο σταθμό 9,84 του Ρεθύμνου, στις 17 Φεβρουαρίου 2016, ανέφερε για μένα ότι “τέτοια απαξιωτική συμπεριφορά [για την Ελλάδα] δεν είχαν ούτε οι αποικιοκράτες στην Αφρική”. Το ίδιο έπραξα όταν ο καθ. Γιώργος Μαργαρίτης με αποκάλεσε στην κατάθεσή του “απολογητή του ναζισμού” που “βλέπει με το μάτι των δολοφόνων” (σελ. 105 και 108)…

18. Ως προς το δεύτερο σημείο, το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης μού αποδίδει δήθεν “γενικευτικές απαξιωτικές αναφορές στην ιστορία και στους πολίτες της Κρήτης στη δημόσια σφαίρα”, τη στιγμή που είναι σε όλους γνωστές οι όχι απλώς απαξιωτικές, αλλά ευθέως συκοφαντικές και εξυβριστικές αναφορές ενίων Κρητών πολιτών για το πρόσωπό μου κατά τη διάρκεια της δίκης μου. Ενδεικτικά σας αναφέρω τη βαρύτατη έκφραση “παραχαράκτης της ιστορίας” με την οποία με χαρακτήρισε ο κ. Ελευθέριος Αυγενάκης (σελ. 21 της υπ’ αριθμ. 2383/2015 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου), καθώς και την κατηγορία της “γκεμπελικής προπαγάνδας” που μου απηύθυνε κατ’ επανάληψη ο κ. Μανούσος Παραγιουδάκης (σελ. 32-33), στις οποίες ουδέποτε απήντησα (…).

20. Τη σχετική πληροφορία έχω ήδη εκθέσει στη μονογραφία μου “Griechenland 1950-1974. Zwischen Demokratie und Diktatur” (σειρά μονογραφιών PELEUS, τόμος 60, σελ. 207-σχετ. 10), η οποία εκδόθηκε το 2013 και συνεπώς ήταν ήδη γνωστή και συνεκτιμήθηκε από το τμήμα για την απονομή του επίτιμου διδακτορικού τίτλου.

Παραθέτω επί λέξει ολόκληρο το σχετικό παράθεμα:

“Όπως και σε όλες τις άλλες συνολικές συμβάσεις, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση [της Γερμανίας] είχε συμφωνήσει ότι η διανομή των χρημάτων έπρεπε να αποτελεί υπόθεση της κάθε κυβέρνησης. Αυτό όμως που λειτουργούσε στα άλλα δυτικοευρωπαϊκά κράτη, ήτοι μια διανομή που να ήταν δίκαιη σε γενικές γραμμές, ήταν αμφίβολο στην Ελλάδα, εξαιτίας του πελατειακού συστήματος. Βασικά, ήταν εκ των προτέρων σαφές ότι άτομα με αξιώσεις αποζημίωσης που διέκειντο ευμενώς προς την ΕΡΕ θα προτιμούνταν. Επιπλέον, οι Εβραίοι δεν αποζημιώθηκαν στο μέτρο που είχε προβλεφθεί αρχικώς, διότι παρέμεναν πάντοτε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Οι Εβραίοι που διέκειντο ευμενώς προς την ΕΔΑ είχαν περισσότερες πιθανότητες να καταλήξουν με άδεια χέρια. Μάλιστα, δεν τους γινόταν γνωστή ούτε καν η δυνατότητα αποζημίωσης, όπως ο συγγραφέας πληροφορήθηκε από Εβραίους της Θεσσαλονίκης το 1991”.

Από το απόσπασμα αυτό, που απηχεί τις απόψεις μου και δεν αποτελεί διαστρέβλωση των γραφομένων μου από άτομα που δεν έχουν διαβάσει το πρωτότυπο, προκύπτουν πέραν πάσης αμφιβολίας τα εξής στοιχεία: 1. Ότι απευθύνω κατηγορία κατά του ελληνικού πελατειακού συστήματος της εποχής και όχι κατά των Εβραίων (…). 4. Ότι, όπως ακριβώς στο γενικό πληθυσμό υπήρξε κατά τη διανομή των αποζημιώσεων διάκριση μεταξύ ψηφοφόρων της ΕΡΕ και ψηφοφόρων της ΕΔΑ, το ίδιο πληροφορήθηκα ότι συνέβη και εντός του ειδικότερου πληθυσμού των Ελλήνων Εβραίων. Με άλλα λόγια, η προφορική πληροφορία που έφτασε σε μένα ήταν συμβατή και επιβεβαίωνε όσα γνώριζα ήδη για τον τρόπο διανομής των αποζημιώσεων που επικρατούσε στο γενικότερο πληθυσμό των χριστιανών Ελλήνων (…).

25. (…) Εκείνο που “θίγει το ελληνικό Πανεπιστήμιο και την ιστορία του” είναι η συνεχιζόμενη προσπάθεια μερίδας μελών του να επιτεθούν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο σε ένα πρεσβύτερό τους πανεπιστημιακό, προσπάθεια η οποία εμφορείται καθαρά από έναν ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο εθνικισμό…».

Η δίκη Ρίχτερ

Ο κ. Χάινς Ρίχτερ αναφέρει ακόμη στο υπόμνημά του, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«28. Από την απόφαση του υμετέρου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης απουσιάζει κάτι: απουσιάζει η δίκη μου, η δίκη εκείνη στην οποία πρωταγωνίστησαν ως μάρτυρες κατηγορίας πολλοί από τους καθηγητές του τμήματος, οι ίδιοι που τώρα υπογράφουν την απόφαση περί ανακλήσεως της επιτιμίας. Η δίκη μου, σας υπενθυμίζω, υπήρξε η πρώτη δίκη πανελληνίως βάσει του αρ. 2 Ν. 4285/2014 και κατέληξε μετά από πολύμηνη και εξαντλητική διαδικασία στην πανηγυρική μου αθώωση (με την υπ’ αριθμ. 2383/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, που τελεί ήδη υπό δημοσίευση στο νομικό τύπο με επιδοκιμαστικά σχόλια) διά της κηρύξεως του νόμου ως πολλαπλώς αντισυνταγματικού και αντίθετου προς το ενωσιακό δίκαιο (…).

31. Πρόκειται για τακτική που εκθέτει το Πανεπιστήμιο Κρήτης κατά τρόπο θλιβερό και, πολύ φοβάμαι, ανεπανόρθωτο στα μάτια κάθε καλοπροαίρετου παρατηρητή. Πιθανή αφαίρεση του διδακτορικού τίτλου θα έχει πολύ δυσάρεστες επιπτώσεις στο κύρος και τη φήμη όχι μόνο του Πανεπιστημίου, αλλά και ολόκληρου του κρητικού λαού ενώπιον της διεθνούς κοινής γνώμης (…).

32. Όθεν καλώ όλα τα μέλη της Κοσμητείας να προβληματιστούν πριν ρίξουν την ψήφο τους σχετικά με το μέγεθος της ευθύνης που αναλαμβάνουν. Ας μην έχουν την ψευδαίσθηση ότι ο πανεπιστημιακός κόσμος της Ελλάδας και της Γερμανίας παρακολουθεί αμέτοχος. Διατηρώ την πεποίθηση ότι τα μέλη της Κοσμητείας θα αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και δε θα κηλιδώσουν το καλό όνομα της σχολής.

* Επειδή οι εις βάρος μου αιτιάσεις του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης όχι μόνο είναι παντελώς ανυπόστατες, αλλά αποτελούν την προσπάθεια ορισμένων μελών του να συνεχίσουν με άλλο τρόπο τη δικαστική μου δίωξη.

* Επειδή σας επισυνάπτω προς ενημέρωσή σας την ενημερωμένη βιβλιογραφία μου, περιλαμβάνουσα 39 τίτλους μονογραφιών και περί τις 200 μελέτες.

* Επειδή επιφυλάσσομαι παντός νομίμου δικαιώματός μου.

Δια ταύτα αιτούμαι:

– Να διαφυλάξετε έστω και την υστάτη ώρα το κύρος του Πανεπιστημίου Κρήτης.

– Να απορρίψετε την πρόταση του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης.

Μάννχαϊμ, 15 Μαΐου 2017,

Prof. Dr. Heinz Richter».

Μερικές επισημάνσεις στο υπόμνημα Ρίχτερ .Προσπάθεια απαξίωσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης

Στην απάντηση που απέστειλε στην Κοσμητεία της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών ο κ. Ρίχτερ, καταρχήν επιτίθεται ξανά εναντίον του καθηγητή Χάγκεν Φλάισερ, προκειμένου να στηρίξει τις απόψεις του περί μη δικαιώματος της Ελλάδας για αποζημιώσεις. Πηγαίνει ακόμη πιο πέρα από όσα μέχρι σήμερα έχει διατυπώσει, επικαλούμενος και άλλες έρευνες (π.χ. των Gotz Aly και Sven Felix Kellerhoff), που φυλάσσονται στο αρχείο του γερμανικού ΥΠ.ΕΞ., κατηγορώντας ευθέως τον άλλον Γερμανό ιστορικό για σκόπιμη απόκρυψη στοιχείων. Κατηγορεί ακόμη και τη δημοσιογράφο της εφημερίδας “Καθημερινή”, στην οποία έδωσε συνέντευξη τον Απρίλιο του 2016, ισχυριζόμενος ότι δεν απάλειψε, όπως της είχε ζητήσει, «τη μνεία των πειθαρχικών συνεπειών» που θα είχε ο Χάγκεν Φλάισερ από το ελληνικό Πανεπιστήμιο.

Στη συνέχεια επιδίδεται σε μια προσπάθεια απαξίωσης των μελών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, για τα οποία λέει ότι, «χωρίς εξειδίκευση στο αντικείμενο μου ή πείρα που να πλησιάζει τη δική μου, καταφέρονταν εναντίον μου δημοσίως», αναφερόμενος ιδιαίτερα στον καθηγητή Δημήτρη Ξενάκη, ο οποίος είχε επανειλημμένως διατυπώσει αντιρρήσεις. Το ίδιο κάνει και για τον καθηγητή του ΑΠΘ Γιώργο Μαργαρίτη, αποφεύγοντας έτσι να απαντήσει στη σωρεία ουσιαστικών κατηγοριών που του έχουν απευθύνει για την επιστημονικότητα του έργου του και την επιλεκτική χρήση στοιχείων που οδηγούν σε επικίνδυνα παραπλανητικά συμπεράσματα. Κατηγορεί επίσης τα μέλη του τμήματος ότι συνέβαλαν στις συκοφαντικές και υβριστικές επιθέσεις που έχει δεχτεί, όπως π.χ. από το βουλευτή Ηρακλείου και γραμματέα της αξιωματικής αντιπολίτευσης Λευτέρη Αυγενάκη, καθώς και τον επίτιμο ΑΓΕΕΘΑ Μανούσο Παραγιουδάκη, ενώ θεωρεί πως η μομφή του τμήματος, όπως διατυπώνεται στην απόφαση που του επιδόθηκε, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη.

Στη συνέχεια της επιστολής του προσπαθεί να θολώσει τα νερά σχετικά με τις θέσεις που είχε διατυπώσει για τους «δεξιούς» Εβραίους, που πήραν τις αποζημιώσεις, και αντιστρέφει την κατηγορία λέγοντας ότι το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης είναι εκείνο που αμφισβητεί την αξιοπιστία των επιζώντων του Ολοκαυτώματος. Κατηγορεί ολόκληρο το τμήμα ότι τον συκοφαντεί διαστρεβλώνοντας όσα είχε πει, μη διστάζοντας να απειλήσει πως δε θα το ανεχτεί πλέον αυτό. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι «ουδέποτε κατηγόρησα Εβραίους που ψήφιζαν το τότε κυβερνών κόμμα, όπως παραπλανητικά διατυπώνει στην απόφασή του το τμήμα, παρά μόνο την τότε ελληνική κυβέρνηση». Δηλαδή δεν είναι Γιάννης, είναι Γιαννάκης!

Στη συνέχεια προσπαθεί εκ νέου να ταυτίσει την απόφαση ανάκλησης με τις πρακτικές καταπιεστικών καθεστώτων (σε παλαιότερη συνέντευξη είχε πει «πως κάτι τέτοιο είχαν κάνει μόνο οι ναζί»), ενώ δε διστάζει να κατηγορήσει τους πανεπιστημιακούς ως εθνικιστές! Προσπαθεί μάλιστα να αποδώσει την απόφαση ανάκλησης «σε προσωπικές επιδιώξεις και αντιπαραθέσεις», χωρίς να εξηγεί όμως μεταξύ ποιων, αφού η απόφαση του τμήματος ήταν ομόφωνη, συμπεριλαμβανομένων της προέδρου του τμήματος Ήβης Μαυρομούστακου και του Αθανάσιου Γκιούρα, οι οποίοι είχαν εισηγηθεί αρχικά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα, αλλά και τον είχαν ένθερμα υποστηρίξει στη δίκη του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου.

Τέλος, επικαλείται τη σκόπιμη, κατά την άποψή του, απουσία του αποτελέσματος της δίκης από την απόφαση του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης, τα μέλη του οποίου κατηγορεί ως υπερασπιστές ενός αντισυνταγματικού νόμου που προσπαθεί να φιμώσει την επιστήμη. Δε διστάζει, μάλιστα, να εγκαλέσει το Πανεπιστήμιο Κρήτης «να προβληματιστεί για τη δικαστική ήττα πολλών από τους καθηγητές του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και να διερευνήσει το ακαδημαϊκό τους ήθος».

Καταλήγοντας ο Χάινς Ρίχτερ προειδοποιεί ότι τυχόν αφαίρεση του τίτλου του θα έχει πολύ δυσάρεστες επιπτώσεις όχι μόνο για το Πανεπιστήμιο, αλλά και για ολόκληρο τον κρητικό λαό. Στη βάση ότι το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης έχει παραδοθεί στις ορέξεις ορισμένων καθηγητών που επιθυμούν να συνεχίσουν με άλλο τρόπο τη δικαστική του δίωξη και ότι όλες οι εις βάρος του αιτιάσεις που εμπεριέχει η απόφαση του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης είναι ανυπόστατες, καλεί το αρμόδιο όργανο για την ανάκληση του τίτλου, την Κοσμητεία της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, να απορρίψει την πρόταση του τμήματος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κ. Ρίχτερ ουδεμία αναφορά κάνει για το επίμαχο του βιβλίου του, δηλαδή το αν οι Κρήτες προκάλεσαν τα αντίποινα των Γερμανών και κατά συνέπεια ήταν νόμιμα. Εντούτοις συμπεριλαμβάνει κάποια από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν και στη διάρκεια της δίκης. Αντιθέτως, επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση του για το ανύπαρκτο των οφειλομένων από τη Γερμανία αποζημιώσεων με επιπλέον επιχειρήματα και βιβλιογραφικές πηγές, που μπορούν να ανευρεθούν στα αρχεία του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών.

Είναι επίσης αξιοπρόσεκτα θλιβερή η προσπάθειά του να αντιστρέψει την πραγματικότητα γύρω από τους λόγους που οδήγησαν το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης να ανακαλέσει ΟΜΟΦΩΝΑ την προηγούμενη απόφασή του, με την οποία έλαβε τον τιμητικό τίτλο του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ο κ. Ρίχτερ, αμετανόητος, προσπαθεί εκ νέου να κατηγορήσει τα μέλη του τμήματος και τους υπόλοιπους ακαδημαϊκούς που είχαν διαφορετική άποψη για το έργο του, χαρακτηρίζοντάς τους ως σταυροφόρους και εθνικιστές που αμαυρώνουν το μέλλον του τόπου.

Αναλυτικά το υπόμνημα του Χ.Ρίχτερ.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΟΣΜΗΤΕΙΑ

ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Του Heinz Richter, Καθηγητή Νεοελληνικής Ιστορίας, επίτιμου διδάκτορα Πανεπιστημίου Κρήτης, Universität Mannheim, Historisches Institut, L7, 7, 68161 Mannheim.

Αξιότιμοι κύριοι,

Α. Εισαγωγικά

1. Με έκπληξη και πικρία ανέγνωσα την υπ’ αριθμ. πρωτ. 89 και από 29 Μαρτίου 2017 επιστολή σας προς εμέ, η οποία περιλαμβάνει και αναπαράγει αυτούσια την υπ’ αριθμ. 153 και από 25 Μαΐου 2016 απόφαση του υμέτερου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης. Διά της ως άνω πρωτοφανούς αποφάσεως, το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης εισηγήθηκε προς την Κοσμητεία την ανάκληση του τίτλου του επίτιμου διδάκτορα που μου έχει απονεμηθεί.

2. Ο τίτλος που απονεμήθηκε από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης το 2014 απετέλεσε για εμένα τον κολοφώνα μιας πνευματικής και επιστημονικής προσπάθειας πολλών δεκαετιών, όλων αφιερωμένων στην μελέτη της νεώτερης Ελλάδας. Η τιμή που μου απονεμήθηκε μου προκάλεσε βαθιά συγκίνηση, καθώς απετέλεσε την έμπρακτη αναγνώριση της συνεισφοράς μου στην ιστορική επιστήμη, και μάλιστα από ένα πνευματικό ίδρυμα της προσφιλούς μου νήσου Κρήτης. Δεν έχω σταματήσει να επαναλαμβάνω, παρά τις επιθέσεις που δέχομαι, ότι η Ελλάδα ήταν και παραμένει η δεύτερη πατρίδα μου. Υπό το φως αυτό, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο με πληγώνει η πρόταση του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης, μια πρόταση που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις αξίες που οφείλουν να διέπουν την ακαδημαϊκή κοινότητα, με την ιστορία του Ελληνικού Πανεπιστημίου και τις δημοκρατικές αρχές που χαρακτηρίζουν το ελληνικό πολίτευμα. Διότι επικρατεί η γενική εντύπωση ότι διώκομαι, με διάφορα προσχήματα και με την επίκληση διαφόρων αφορμών, για τις επιστημονικές μου απόψεις, κατά τρόπο που δεν περιποιεί τιμή ούτε στα πρόσωπα ούτε στους θεσμούς του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Β. Νομικό μέρος.

3. Σύμφωνα με το άρ. 41 παρ. 2 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Πανεπιστημίου Κρήτης (ΦΕΚ Β-1525/2000): “Ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα αφαιρείται μόνο για σοβαρούς λόγους και με την ίδια διαδικασία που ισχύει για τους ομότιμους καθηγητές”, το δε άρ. 40 παρ. 3 προβλέπει ότι “Ο τίτλος του Ομότιμου Καθηγητή αφαιρείται ύστερα από απόφαση της Συγκλήτου του Ιδρύματος, που λαμβάνεται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών της, όταν συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι”.

4. Ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορος, όπως και ο τίτλος του ομότιμου Καθηγητή, με τον οποίον ο νόμος του επιφυλάσσει κοινή εν πολλοίς αντιμετώπιση, αποτελεί την ύψιστη ακαδημαϊκή τιμή που αναγνωρίζεται από την κείμενη νομοθεσία περί εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ειδικώς ο επίτιμος διδάκτωρ απαιτείται, σύμφωνα με το άρ. 41 παρ. 1 του ως άνω Κανονισμού, να “διέπρεψε στην επιστήμη, την τέχνη ή τα γράμματα ή [να] προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στην κοινωνία ή στο Πανεπιστήμιο”.

5. Πρόκειται συνεπώς για μια αμιγώς πνευματική αναγνώριση ακαδημαϊκής αριστείας, η οποία διασφαλίζεται εκ του νόμου με πρόσθετες διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως είναι η απόφαση με πλειοψηφία των 3/4 της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος. Διά της τιμής προς τον επίτιμο διδάκτορα τιμάται και το ίδιο το Πανεπιστήμιο που τον επέλεξε, ενώ οι διαδικαστικές εγγυήσεις εγγυώνται την διαφύλαξη της θεσμικής σοβαρότητας του Πανεπιστημίου, ώστε να αποφεύγονται ανακηρύξεις που αποφασίζονται εν θερμώ ή χωρίς ώριμη σκέψη.

6. Είναι εύλογο ότι μια τόσο σπάνια και δυσχερώς απονεμόμενη τιμητική αναγνώριση μόνο εξαιτίας όλως εκτάκτων λόγων δύναται να ανακληθεί. Εδώ δηλαδή εισάγεται εξαίρεση από τα γενικώς ισχύοντα περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, δεδομένου ότι ο νόμος απαιτεί οπωσδήποτε την συνδρομή “σοβαρών λόγων”. Δεν αρκείται δηλαδή η νομοθεσία που διέπει την λειτουργία του Πανεπιστημίου Κρήτης σε μια απλή μεταβολή γνώμης ή ασυμφωνία χαρακτήρων, κάτι που θα υπέσκαπτε άλλωστε το κύρος του Πανεπιστημίου, ή έστω σε κάποιον επουσιώδη ή μέτριας σοβαρότητας λόγο. Αντιθέτως, απαιτεί μετ’ εμφάσεως την συνδρομή σοβαρών λόγων, όπου μαλιστα αξιοπρόσεκτη, και ασφαλώς όχι απηλλαγμένη εννόμων συνεπειών, είναι η χρησιμοποίηση του πληθυντικού αριθμού και όχι του ενικού.

7. Κατά συνέπεια, ενόψει της γραμματικής διατυπώσεως της διάταξης, αλλά και του σκοπού που εξυπηρετεί ο νόμος, η ανάκληση του επίτιμου διδακτορικού διπλώματος απαιτεί την συνδρομή όχι ενός, αλλά μιας αλυσίδας σοβαρών λόγων, οι οποίοι, εκτιμώμενοι συνολικώς, διαψεύδουν στην ουσία τους την πραγματολογική βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η απονομή του διδακτορικού τίτλου.

8. Ειδικότερα, η ελεγχόμενη συμπεριφορά του επίτιμου διδάκτορος απαιτείται να συνιστά έμπρακτη άρνηση του γεγονότος ότι διέπρεψε στην επιστήμη (ή ότι προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στην κοινωνία, αν αυτή ήταν η βάση της απονομής του τίτλου). Οι κατά νόμον “σοβαροί λόγοι” συνεπώς ανάγονται στο επιστημονικό υπόβαθρο επί του οποίου ερείδεται η ανακήρυξη, ήτοι κατ’ αποκλειστικό λόγο στις επιστημονικές δημοσιεύσεις του τιμωμένου. Με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται το Πανεπιστήμιο από τις σπάνιες περιπτώσεις ακαδημαϊκής πλαστογραφίας, λογοκλοπής κ.τ.τ. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι προφανές ότι το Πανεπιστήμιο έχει εξαπατηθεί και ότι οφείλει να προστατευτεί από τον απατέωνα που εμφανίστηκε ως δήθεν επιστήμονας βεληνεκούς ενώπιόν του. Παρόμοιες διατάξεις με αυτόν τον σκοπό είναι γνωστές σε όλες τις νομοθεσίες και παρόμοιες ανακλήσεις επίτιμων διδακτορικών τίτλων δεν είναι άγνωστοι στην πρακτική των δημοκρατικών κρατών.

9. Εξ αντιδιαστολής όμως συνάγεται και ποιοι λόγοι δεν είναι κατά νόμον “σοβαροί”, ήτοι δεν επαρκούν για την ανάκληση του επίτιμου διδακτορικού τίτλου: κάθε λόγος, έστω και σπουδαίως και ειλικρινώς προβαλλόμενος, ο οποίος ανάγεται στο επιστημονικό έργο του υποψηφίου δεν αποτελεί σοβαρό λόγο ανάκλησης κατά νόμον, για τον πολύ απλό λόγο ότι το αν διέπρεψε ή όχι ο τιμώμενος έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του Πανεπιστημίου. Ιδίως,η εν λόγω απόφαση είναι λογικώς, ακαδημαϊκώς και νομικώς αδιανόητο να ανακληθεί στην βάση ενός και μόνο δημοσιεύματος που δήθεν αποκάλυψε την «αποξένωσή» μου από την -γενικώς και αορίστως- «επιστημονική και ακαδημαϊκή λογική». Η δε κρίση αυτή δεν δύναται να αμφισβητηθεί εκ των υστέρων από τα ίδια τα όργανα ή τα φυσικά πρόσωπα που τα αποτελούν σε οποιαδήποτε περίπτωση πέραν της προαναφερθείσας «ακαδημαϊκής απάτης». Το αντίθετο θα σήμαινε ότι το Πανεπιστήμιο που απονέμει τον επίτιμο διδακτορικό τίτλο απαξιώνει το θεσμικό του ρόλο με υπαναχωρήσεις που παραπέμπουν σε εξωακαδημαϊκές σκοπιμότητες. Περαιτέρω, θα σήμαινε ότι το Πανεπιστήμιο δύναται κατά το δοκούν να διασύρει τους επίτιμους διδάκτορες αφαιρώντας τους τον τίτλο για λόγους που δεν βαρύνουν τους ίδιους (όπως αντιθέτως θα τους βάρυνε η «ακαδημαϊκή απάτη» ή έστω η μετέπειτα καταδίκη για βαρύτατα αδικημάτα), αλλά ανάγονται στο ίδιο το όργανο του Πανεπιστημίου που τον απένειμε και μόνον.

10. Η τελεολογία, λοιπόν,της διάταξης, όπως προερρήθη, κατατείνει επιπροσθέτως και στην προφύλαξη του Πανεπιστημίου από πάσης φύσεως μικροπρέπειες που μπορεί να προκύψουν κατά την απονομή τιμητικών τίτλων, όπως είναι οι πολιτικοί υπολογισμοί ή οι προσωπικές αντιπαλότητες, όπου η διαδοχική απονομή και αφαίρεση του τιμητικού τίτλου από αντίπαλες ενδοπανεπιστημιακές παρατάξεις θα ευτέλιζε τον θεσμό. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται ενδελεχής έλεγχος μήπως ο δήθεν προβαλλόμενος ως σοβαρός λόγος, που αφορά δήθεν την εν γένει συμπεριφορά του τιμωμένου, στην πραγματικότητα υποκρύπτει έλεγχο και τιμώρηση των επιστημονικών του απόψεων. Αυτό συμβαίνει π.χ. στις περιπτώσεις όπου το Τμήμα επανέρχεται διαδοχικά, προβάλλοντας προσχηματικά διαφορετικούς λόγους κάθε φορά, στην ανάκληση ενός επίτιμου διδακτορικού ή όταν  η ανάκληση συνιστά εν τοις πράγμασιν αμφισβήτηση και προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας που προστατεύει τον τιμώμενο, πολλώ δε μάλλον αν ο τιμώμενος έχει ήδη αθωωθεί αμετακλήτως από κάθε εις βάρος του κατηγορία.

Γ. Ως προς τις επιμέρους αιτιάσεις.

11. Η θέση μου επί της απόφασης του Τμήματος έχει ως ακολούθως:

Καταρχάς, η απόφαση του Τμήματος προφανώς αναφέρεται σε μία και μόνη συνέντευξη που παραχώρησα στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 15 Μαΐου 2016 (σχετ. 1), εκ της οποίας αντλεί τις εις βάρος μου αιτιάσεις της (καίτοι δεν την αναφέρει ούτε και την παραπέμπει). Όθεν προκύπτει ότι το Τμήμα, έχοντας να ζυγίσει αφενός μεν το ευρύ και πολυσχιδές επιστημονικό μου έργο στους τομείς της Ιστορίας και της Πολιτικής Επιστήμης της νεώτερης Ελλάδας, που μέσα σε μια συγγραφική πορεία 44 ετών έχει αποφέρει 39 μονογραφίες και περί τα 200 άρθρα (σχετ. 2), αφετέρου δε μία (1) συνέντευξη σε μία (1) εφημερίδα, θεωρεί ότι η δεύτερη ζυγίζει περισσότερο από το πρώτο. Καλούμαι λοιπόν, για μία ακόμη φορά, σε ηλικία 78 ετών, να απαντήσω σε ανυπόστατες εις βάρος μου κατηγορίες.

12. Επί των επιμέρους σημείων της απόφασης του Τμήματος, επάγομαι τα ακόλουθα:

13. Ως προς το πρώτο σημείο, φέρομαι να διατύπωσα την άποψη ότι δήθεν ο συνάδελφός μου ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ διατυπώνει το αντίθετο επιστημονικό του επιχείρημα «κάτω από την απειλή απόλυσης του τελευταίου από το Ελληνικό Πανεπιστήμιο». Η πραγματικότητα βεβαίως είναι πολύ διαφορετική. Είναι γνωστό ότι με τον Καθηγητή Φλάισερ αποκλίνουμε στην προσέγγιση διαφόρων ιστορικών ζητημάτων, εν οις και το ζήτημα του λεγόμενου κατοχικού δανείου, για το οποίο ακριβώς γινόταν ο λόγος στην επίμαχη συνέντευξή μου.

14. Στο σημείο αυτό θα αναγκαστώ να γίνω λίγο πιο αναλυτικός, προκειμένου να διευκρινίσω τι ειπώθηκε και πώς ειπώθηκε στο πλαίσιο μιας προφορικής συζήτησης μεταξύ τυρού και αχλαδίου. Ο Καθηγητής Φλάισερ χρησιμοποιεί επιλεκτικά στις εργασίες του την έκθεση της Τράπεζας του Ράιχ που αφορά τις ελληνογερμανικές συναλλαγές. Συγκεκριμένα, παραθέτει χωρίο από την σελ. 114 της έκθεσης αυτής, όπου αναφέρεται το λεγόμενο κατοχικό δάνειο των 476 εκατομμυρίων μάρκων από την Ελλάδα προς την Γερμανία (στην πραγματικότητα πρόκειται για οφειλή εκ των εξοδων κατοχής). Ωστόσο, σε άλλα σημεία της ίδιας έκθεσης, και συγκεκριμένα στις σελ. 35 και 156 (σχετ. 3-4), περιγράφεται το παθητικό για την κατοχική Ελλάδα σκέλος της ίδιας συναλλακτικής σχέσης (συνιστάμενο σε εισαγωγές τροφίμων, εμπορευμάτων και χρυσού από την ναζιστική Γερμανία). Εκεί αναγράφεται ότι κατά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα και την διενέργεια των σχετικών συμψηφισμών, αφού συνυπολογίσθηκαν κατά προσέγγιση όλες οι εγγραφές, διαπιστώθηκε τελική ελληνική οφειλή ύψους περί τα 300 εκ. μάρκα.

15. Θεωρώ ότι ο Καθηγητής Φλάισερ, για λόγους άγνωστους σε εμένα, απέκρυψε την συνολική εγγραφή, που ήταν παθητική για το ελληνικό κράτος, προβάλλοντας μόνο την ενεργητική πλευρά του ισοζυγίου. Θέλω να τονίσω ότι η εν λόγω ανακάλυψη δεν οφείλεται σε εμένα, αλλά στον γνωστό γερμανό ιστορικό Götz Aly, καίτοι και ο ίδιος έκανα την ίδια ανακάλυψη περίπου μισό χρόνο μετά και ανεξάρτητα από τον Aly. Ο ίδιος ο Aly κατήγγειλε δημοσίως το γεγονός στον γερμανικό τύπο (σχετ. 5) και κατηγόρησε τον Καθηγητή Φλάισερ για «επιλεκτική παράθεση» και «ερμηνεία που παραποιεί» το έγγραφο, τις ίδιες δε κατηγορίες υιοθέτησε και άλλος επαγγελματίας ιστορικός που ασχολήθηκε ειδικά με το ζήτημα, ο Sven Felix Kellerhoff (σχετ. 6). Η εν λόγω έκθεση φυλάσσεται στο αρχείο του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών, όπου είναι προσιτή στον οποιονδήποτε με αριθμό τεκμηρίου R27320 (σχετ. 7). Εν προκειμένω λοιπόν, μια σειρά επαγγελματιών ιστορικών απευθύνει στον Καθηγητή Φλάισερ μια πολύ σοβαρή κατηγορία απόκρυψης στοιχείων. Η απώλεια καθηγητικής έδρας ή άλλα πειθαρχικά μέτρα λόγω χειραγώγησης των ιστορικών στοιχείων δεν ανήκει στις συνέπειες που μπορούν εκ των προτέρων να αποκλειστούν κατά την γνώμη μου σε παρόμοιες περιπτώσεις. Συνεπώς, το σχόλιό μου ήταν αμιγώς επιστημονικής και ακαδημαϊκής φύσεως, χωρίς καμία αναφορά στον τρόπο διοίκησης των Ελληνικών Πανεπιστημίων, του οποίου τις λεπτομέρειες εξάλλου αγνοώ.

16. Κατά την διάρκεια της συνέντευξης ανέφερα με λίγα λόγια πώς έχει το ζήτημα αυτό στην δημοσιογράφο που έπαιρνε την συνέντευξη, χωρίς να υπεισέλθω αναλυτικά σε λεπτομέρειες, όπως πράττω εδώ, ζήτησα όμως να παραλειφθεί από το κείμενο που θα δημοσιευόταν, διότι δεν επιθυμούσα προσωπική αντιπαράθεση με τον Καθηγητή Φλάισερ. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι λίγες ημέρες πριν, ήτοι τον Απρίλιο 2016, ο Καθηγητής Φλάισερ είχε εξαπολύσει βαρύτατη ad hominem επίθεση εις βάρος μου (οράτε την δημοσίευσή του, η οποία αναδημοσιεύθηκε και σε ελληνικά μέσα ενημέρωσης – σχετ. 8-9), στην οποία δεν ήθελα να δώσω συνέχεια. Η δημοσιογράφος σεβάστηκε την επιθυμία μου, διετήρησε στο κείμενο όμως την μνεία των πειθαρχικών συνεπειών που θα ακολουθούσαν την αποκάλυψη μιας τέτοιας επιστημονικής επιλεκτικότητας ως προς την παρουσίαση των στοιχείων, όπως τουλάχιστον τις αντιλαμβάνομαι εγώ με βάση τα αυστηρά κριτήρια ερεύνης που ακολουθώ.

17. Συνοψίζοντας λοιπόν, η επίμαχη αναφορά μου δεν είχε σκοπό να προσβάλει το ελληνικό Πανεπιστήμιο ως θεσμό, πολλώ δε μάλλον το «αυτοδιοίκητό» του. Αφορούσε σε μια απολύτως συγκεκριμένη χειραγώγηση στοιχείων εκ μέρους ενός συγκεκριμένου συναδέλφου, που υπηρετεί σε άλλο Πανεπιστήμιο, χειραγώγηση η οποία μάλιστα αποδεικνύεται εύκολα δι’ εγγράφων και η οποία έχει ήδη εντοπιστεί και στιγματιστεί από άλλους ιστορικούς πριν από εμένα. Σημειωτέον δε ότι παρά την άδικη επίθεση και στοχοποίηση που υπέστην, ουδέποτε αναφέρθηκα συνολικά στο ελληνικό Πανεπιστήμιο με τρόπο απαξιωτικό ούτε και στο Πανεπιστήμιο Κρήτης ειδικότερα (επισημαίνω μάλιστα ότι ούτε το ίδιο το Τμήμα ισχυρίζεται το αντίθετο). Επέλεξα, μάλιστα, να παραμείνω σιωπηλός, όταν μέλη του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης, χωρίς εξειδίκευση στο αντικείμενό μου ή πείρα που να πλησιάζει έστω την δική μου,  καταφέρονταν εναντίον μου δημοσίως με βαρύτατους χαρακτηρισμούς, όπως ότι «αρνούμαι εγκλήματα πολέμου» και είμαι συγγραφέας «διατεταγμένης διατριβής» (Βασίλειος Δαφέρμος, σελ. 49 της υπ’ αριθμ. 2383/2015 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου) ή άνθρωπος που «μας κοροϊδεύει» (Δημήτρης Ξενάκης, σελ. 50). Ο ίδιος Καθηγητής Ξενάκης σε ραδιοφωνική του συνέντευξη στον σταθμό 9,84 του Ρεθύμνου στις 17 Φεβρουαρίου 2016 ανέφερε για μένα ότι «τέτοια απαξιωτική συμπεριφορά [για την Ελλάδα] δεν είχαν ούτε οι αποικιοκράτες στην Αφρική». Το ίδιο έπραξα όταν ο Καθ. Γιώργος Μαργαρίτης με αποκάλεσε στην κατάθεσή του «απολογητή του ναζισμού» που «βλέπει με το μάτι των δολοφόνων» (σελ. 105 και 108). Ήταν ο βαθύτατος σεβασμός μου προς το Πανεπιστήμιο Κρήτης και το Ελληνικό Πανεπιστήμιο εν γένει που μου υπαγόρευσαν μία σιωπηρή στάση, που δεν θα τα εξέθετε περαιτέρω στα μάτια της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας. Κανέναν λόγο δεν είχα να αποκλίνω από αυτή την πάγια αρχή και θέση μου στο πλαίσιο μιας επιστημονικής διαφωνίας, που προσπάθησα να μην μετατραπεί σε προσωπική αντιπαράθεση.

18. Ως προς το δεύτερο σημείο, το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης μού αποδίδει δήθεν «γενικευτικές απαξιωτικές αναφορές στην ιστορία και στους πολίτες της Κρήτης στην δημόσια σφαίρα», την στιγμή που είναι σε όλους γνωστές οι, όχι απλώς απαξιωτικές, αλλά ευθέως συκοφαντικές και εξυβριστικές αναφορές ενίων Κρητών πολιτών για το πρόσωπό μου κατά την διάρκεια της δίκης μου. Ενδεικτικά σας αναφέρω την βαρύτατη έκφραση «παραχαράκτης της ιστορίας» με την οποία με χαρακτήρισε ο κ. Ελευθέριος Αυγενάκης (σελ. 21 της υπ’ αριθμ. 2383/2015 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου), καθώς και την κατηγορία της «γκεμπελικής προπαγάνδας» που μου απηύθηνε κατ’ επανάληψη ο κ. Μανούσος Παραγιουδάκης (σελ. 32-33), στις οποίες ουδέποτε απήντησα.  Με άλλα λόγια, την στιγμή που έπεσα θύμα χυδαίων προσωπικών επιθέσεων από μερίδα πολιτών της Κρήτης επί πολλούς μήνες, βρίσκομαι συν τοις άλλοις και κατηγορούμενος από το Τμήμα, τα μέλη του οποίου προφανώς δεν θεωρούν ότι συνέβαλαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στις επιθέσεις αυτές. Υπενθυμίζω δε στα μέλη του Τμήματος ότι αμφισβητήθηκε δημοσίως ακόμη και αυτή η επιστημονική μου ιδιότητα, χωρίς, καταπώς φαίνεται, να αισθανθούν την ανάγκη να διαχωρίσουν την θέση τους. Παρά ταύτα, ουδέποτε θεώρησα ότι παρόμοιες αήθεις επιθέσεις γίνονται στο όνομα του κρητικού λαού, διότι γνωρίζω την συμπαράσταση στο πρόσωπό μου από την μεγάλη πλειονότητά του. Σε κάθε περίπτωση, η μομφή του Τμήματος είναι παντελώς αόριστη, δεν συνοδεύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (γιατί τέτοια άλλωστε δεν υπάρχουν), ώστε καθίσταται ανεπίδεκτη εκτιμήσεως. Επιθυμώ μόνο να σημειώσω ότι είναι προφανής η προσπάθεια να εμφανιστώ ως δήθεν «εχθρός του κρητικού λαού» προκειμένου να στοιχειοθετηθεί μία κατά φαντασίαν δυσαρμονία ανάμεσα στην απόφαση του Πανεπιστημίου Κρήτης να με αναγορεύσει επίτιμο διδάκτορα και το αίσθημα των Κρητών. Θεωρώ ότι καθήκον των μελών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης είναι να ενημερώσουν με αντικειμενικότητα τον κρητικό λαό και να αποδοκιμάσουν κάθε υπερβολική αντίδραση, ιδίως δε εξάρσεις τοπικισμού, εθνικισμού και μισαλλοδοξίας. Με λύπη και πικρία διαπιστώνω ότι κάθε άλλο παρά αντιλαμβάνονται αυτό το καθήκον. Ανττθέτως, προσπαθούν να με παρουσιάσουν, χωρίς το παραμικρό στοιχείο, ως εχθρό ενός λαού που τιμώ και αγαπώ, όπως όλους τους Έλληνες.

19. Ως προς το τρίτο σημείο, τα μέλη του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης γνωρίζουν ασφαλώς ότι η προφορική ιστορία, στην οποία εντάσσονται και οι συνεντεύξεις, αποτελεί γνωστή και ανεγνωρισμένη επιστημονική μέθοδο. Έχω εκθέσει επανειλημμένως στα δημοσιεύματά μου ότι η επίμαχη πληροφορία μού μεταδόθηκε το έτος 1990 σε προφορική συνομιλία από Εβραίους Αριστερούς, επιζώντες του Ολοκαυτώματος, συνίστατο δε στην παράλειψη ενημέρωσής τους για την δυνατότητα αποζημίωσης από τις τότε ελληνικές αρχές. Η αμφισβήτηση της πληροφορίας δεν συνιστά αμφισβήτηση της δικής μου αξιοπιστίας, αλλά αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των επιζώντων του Ολοκαυτώματος.

20. Την σχετική πληροφορία έχω ήδη εκθέσει στην μονογραφία μου “Griechenland 1950-1974. Ζwischen Demokratie und Diktatur” (σειρά μονογραφιών PELEUS, τόμος 60, σελ. 207 – σχετ. 10), η οποία εκδόθηκε το 2013 και συνεπώς ήταν ήδη γνωστή και συνεκτιμήθηκε από το Τμήμα για την απονομή του επίτιμου διδακτορικού τίτλου.

Παραθέτω επί λέξει ολόκληρο το σχετικό παράθεμα:

“Όπως και σε όλες τις άλλες συνολικές συμβάσεις, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση [της Γερμανίας] είχε συμφωνήσει ότι η διανομή των χρημάτων έπρεπε να αποτελεί υπόθεση της κάθε κυβέρνησης. Αυτό όμως που λειτουργούσε στα άλλα δυτικοευρωπαϊκά κράτη, ήτοι μια διανομή που να ήταν δίκαιη σε γενικές γραμμές, ήταν αμφίβολο στην Ελλάδα, εξαιτίας του πελατειακού συστήματος. Βασικά, ήταν εκ των προτέρων σαφές ότι άτομα με αξιώσεις αποζημίωσης που διέκειντο ευμενώς προς την ΕΡΕ θα προτιμούνταν. Επιπλέον, οι Εβραίοι δεν αποζημιώθηκαν στο μέτρο που είχε προβλεφθεί αρχικώς, διότι παρέμεναν πάντοτε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Οι Εβραίοι που διέκειντο ευμενώς προς την ΕΔΑ είχαν περισσότερες πιθανότητες να καταλήξουν με άδεια χέρια. Μάλιστα, δεν τους γινόταν γνωστή ούτε καν η δυνατότητα αποζημίωσης, όπως ο συγγραφέας πληροφορήθηκε από Εβραίους της Θεσσαλονίκης το 1991”.

Από το απόσπασμα αυτό, που απηχεί τις απόψεις μου και δεν αποτελεί διαστρέβλωση των γραφομένων μου από άτομα που δεν έχουν διαβάσει το πρωτότυπο, προκύπτουν πέραν πάσης αμφιβολίας τα εξής στοιχεία: 1. ότι απευθύνω κατηγορία κατά του ελληνικού πελατειακού συστήματος της εποχής και όχι κατά των Εβραίων, 2. ότι καυτηριάζω το γεγονός ότι για την ελληνική διοίκηση της εποχής οι Εβραίοι ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, 3. ότι κατακρίνω το γεγονός ότι οι Εβραίοι δεν αποζημιώθηκαν επαρκώς, και 4. ότι, όπως ακριβώς στον γενικό πληθυσμό υπήρξε κατά την διανομή των αποζημιώσεων διάκριση μεταξύ ψηφοφόρων της ΕΡΕ και της ψηφοφόρων της ΕΔΑ, το ίδιο πληροφορήθηκα ότι συνέβη και εντός του ειδικότερου πληθυσμού των Ελλήνων Εβραίων. Με άλλα λόγια, η προφορική πληροφορία που έφτασε σε μένα ήταν συμβατή και επιβεβαίωνε όσα γνώριζα ήδη για τον τρόπο διανομής των αποζημιώσεων που επικρατούσε στον γενικότερο πληθυσμό των Χριστιανών Ελλήνων.

21. Αν τα μέλη του Τμήματος έχουν διαφορετική πληροφόρηση, ότι δηλαδή δεν υπήρξε προσπάθεια περιορισμού της καταβολής των αποζημιώσεων μόνο σε ψηφοφόρους της ΕΡΕ, αλλ’ ότι και οι Εβραίοι ψηφοφόροι της ΕΔΑ αποζημιώθηκαν ακριβώς επί ίσοις όροις από την Κυβέρνηση Καραμανλή, είμαι πρόθυμος να ακούσω και να εκτιμήσω τα στοιχεία τους. Μαζί τους θα διαφωνούσε βέβαια ο ίδιος ο Καθηγητής Φλάισερ, ο οποίος στην εργασία του “Ad calendas graecas?” και ειδικότερα στην σελ. 428 αναφέρεται συγκεκριμένα στον φόβο της τότε αντιπολίτευσης μήπως η κυβερνητική παράταξη, που ήλεγχε την δημόσια διοίκηση, διοχέτευε κρυφά τα χρήματα της αποζημίωσης σε αιτούντες με τα ορθά φρονήματα.

22. Αν τα μέλη του Τμήματος έχουν πάλι την άποψη ότι τέτοια πράγματα δεν συνέβαιναν στην Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 1960, ευσεβάστως διαφωνώ. Θα συμφωνούσε άλλωστε μαζί μου και ο αείμνηστος ιστορικός Χέρμαν Φρανκ Μάγιερ, ο οποίος στο μνημειώδες έργο του «Από την Βιέννη στα Καλάβρυτα» σχολιάζει επί λέξει τα εξής: «Η διανομή των χρημάτων [των γερμανικών αποζημιώσεων για την Σφαγή των Καλαβρύτων] από την ελληνική κυβέρνηση έγινε προφανώς με βάση κομματικές σκοπιμότητες. Περιοχές που είχαν ψηφίσει το “λάθος” κόμμα δεν πήραν τίποτε» (σελ. 685 – σχετ. 11).

23. Αν όμως τα μέλη του Τμήματος δεν έχουν κανένα αντίθετο στοιχείο (και ασφαλώς στην απόφασή τους δεν παραθέτουν απολύτως τίποτα σχετικώς), δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο της πρόθυμης απολογίας υπέρ της τότε ελληνικής Κυβέρνησης. Εκτός ασφαλώς από την υποβόσκουσα συκοφαντία του αντισημιτισμού, συκοφαντία που την γνώρισα πολύ καλά κατά την διάρκεια της δίκης μου και που τώρα επιχειρείται να επιστρέψει διά της πλαγίας οδού, πράγμα το οποίο δεν πρόκειται να ανεχθώ. Διότι ουδέποτε κατηγόρησα «Εβραίους που ψήφιζαν το τότε κυβερνόν [sic] κόμμα», όπως παραπλανητικά διατυπώνει την αιτίασή του το Τμήμα, παρά μόνο την τότε ελληνική Κυβέρνηση, διάκριση που είναι προφανής σε οποιονδήποτε καλόπιστο αναγνώστη (“Ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων φαγώθηκε από το πελατειακό κράτος” αναφέρω επί λέξει στην επίμαχη συνέντευξη – σχετ. 1).

24. Συνοψίζοντας, η προφορική πληροφορία που μνημονεύω στα δημοσιεύματά μου διασταυρώνεται πλήρως 1. από τις υποψίες της αντιπολίτευσης εκείνης της εποχής, 2. από τον τρόπο διανομής των αποζημιώσεων με κομματικά κριτήρια μεταξύ των Χριστιανών Ελλήνων, 3. από τις εκτιμήσεις όλων των επαγγελματιών ιστορικών που σχολιάζουν το ζήτημα, καθώς και 4. από τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με τον πελατειακό και κομματικό χαρακτήρα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, η έννοιά της δε διαστρεβλώνεται πλήρως στην απόφαση του Τμήματος, κατά τρόπο απαράδεκτο και προσβλητικό για το πρόσωπό μου.

25. Ως προς το τέταρτο σημείο, λησμονούν τα μέλη του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης ότι, ενώ βέβαια η αφαίρεση του τίτλου του επίτιμου διδάκτορος για περιπτώσεις του κοινού ποινικού δικαίου, π.χ. λογοκλοπής (πράγμα το οποίο ακριβώς επεδιώχθη να συμβεί στην περίπτωσή μου από τους διώκτες μου, αλλ’ εις μάτην) είναι απολύτως θεμιτή, η αφαίρεση για λόγους ιδεολογικούς αποτελεί προνομία συγκεκριμένου είδους καθεστώτων. Σαν μελετητές της πολιτικής επιστήμης ασφαλώς το γνωρίζουν.Άλλωστε,το Τμήμα δεν επικαλείται ούτε μία (1) άλλη περίπτωση σαν την δική μου, αφαίρεσης δηλαδή του επίτιμου διδακτορικού διπλώματος για λόγους που δεν ανάγονται σε ποινικές καταδίκες, αλλά σε ιδεολογικές διαφορές, διότι πολύ απλά δεν υπάρχει. Εκείνο που «θίγει το ελληνικό Πανεπιστήμιο και την ιστορία του» είναι η συνεχιζόμενη προσπάθεια μερίδας μελών του να επιτεθούν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο σε ένα πρεσβύτερό τους Πανεπιστημιακό, προσπάθεια η οποία εμφορείται καθαρά από έναν ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο εθνικισμό.

26. Ας καταστεί λοιπόν σαφές: στην περίπτωσή μου, η αφαίρεση του τίτλου του επίτιμου διδάκτορος ζητείται για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με την ποιότητα της έρευνάς μου, την ακαδημαϊκή μου πορεία ή το επιστημονικό μου ήθος, καθώς ουδεμία σχετική κατηγορία μπορεί να υποστηριχθεί. Αντιθέτως, συνεχίζω να γίνομαι αποδέκτης μιας απάδουσας στα ακαδημαϊκά ήθη επίθεσης, που έχει όχι μόνο έντονα ιδεολογικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά, αλλά και βαθιές ρίζες σε προσωπικές επιδιώξεις και αντιπαραθέσεις γνωστές σε ολους σας, ρίζες που ουδόλως σχετίζονται με το πρόσωπό μου, το έργο μου και την αναγόρευσή μου σε επίτιμο διδάκτορα. Συνεπώς, τυχόν ανάκληση του τίτλου αυτού δεν θα αποτελεί μόνο πρωτοφανές γεγονός σε συνθήκες φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά και αποδοχή εκ μέρους της Σχολής του γεγονότος ότι ιδεολογικές διαφορές και προσωπικές αντεκδικήσεις μπορούν να ορίζουν την λειτουργία της, καταπατώντας κάθε έννοια σεβασμού προς την ακαδημαϊκή ελευθερία και τα καθιερωμένα ακαδημαϊκά ήθη.

Δ. Η δίκη Ρίχτερ.

27. Ας μου επιτραπεί όμως να προσθέσω ακόμη μερικές παρατηρήσεις, αν μή τι άλλο χάριν των μελλοντικών γενεών, που θα αναδιφήσουν κάποια στιγμή το ιστορικό αυτής της αντιδικίας και ίσως εντραπούν για την διαγωγή κάποιων μελών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης, αντ’ αυτών και για λογαριασμό τους.

28. Από την απόφαση του υμέτερου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης απουσιάζει κάτι: απουσιάζει η δίκη μου, η δίκη εκείνη στην οποία πρωταγωνίστησαν ως μάρτυρες κατηγορίας πολλοί από τους Καθηγητές του Τμήματος, οι ίδιοι που τώρα υπογράφουν την απόφαση περί ανακλήσεως της επιτιμίας. Η δίκη μου, σας υπενθυμίζω, υπήρξε η πρώτη δίκη πανελληνίως βάσει του άρ. 2 Ν. 4285/2014 και κατέληξε μετά από πολύμηνη και εξαντλητική διαδικασία στην πανηγυρική μου αθώωση (με την υπ’ αριθμ. 2383/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, που τελεί ήδη υπό δημοσίευση στον νομικό τύπο με επιδοκιμαστικά σχόλια) διά της κηρύξεως του νόμου ως πολλαπλώς αντισυνταγματικού και αντίθετου προς το ενωσιακό δίκαιο.

29. Το δικαστήριο με άλλα λόγια όχι μόνο δεν πείστηκε από τις ανυπόστατες μομφές των κατηγόρων μου Καθηγητών του υμετέρου Τμήματος, αλλά τους εξέθεσε στην επιστημονική κοινότητα ως υποστηρικτές και υπερασπιστές ενός αντισυνταγματικού νόμου, του οποίου η εφαρμογή στην περίπτωσή μου θα είχε ως αποτέλεσμα την φίμωση ενός επιστήμονα που δημοσιεύει την έρευνά του. Η αθώωσή μου αποτελεί φωτεινό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο προστατεύονται οι ατομικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα απέναντι στην δυσανεξία, τον εθνικισμό και την χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Θα ανέμενε κανείς ότι το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης θα διδασκόταν από την εξέλιξη της δίκης και θα επέστρεφε στον δρόμο της σύνεσης, ήτοι της προστασίας της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της καταδίκης συμπεριφορών που θέτουν μικροπολιτικές επιδιώξεις και προσωπικές αντιπαραθέσεις πάνω από το ακαδημαϊκό ήθος που αναμένεται από μία πανεπιστημιακή κοινότητα.

30. Αντί όμως το Τμήμα να προβληματιστεί για την δικαστική ήττα πολλών από τους Καθηγητές του, αντί να διερωτηθεί πώς ένα πανεπιστημιακό Τμήμα έφτασε στο ταπεινωτικό σημείο πολλοί από τους Καθηγητές του να υποστηρίξουν δημοσίως και επ’ ακροατηρίου έναν αντισυνταγματικό και αντίθετο με τις φιλελεύθερες δημοκρατικές αρχές της ΕΕ νόμο (και να επαίρονται κιόλας για αυτό!), αντί να διερευνήσει το ακαδημαϊκό ήθος κάποιων άλλων, που δεν είχαν το ηθικό σθένος να προασπιστούν δημοσίως την ελευθερία του λόγου ενός πανεπιστημιακού, προτίμησε, δίκην στρουθοκαμήλου, να τα παρασιωπήσει όλα αυτά, ως δήθεν μη γενόμενα. Και να υποταχθεί πλέον οριστικά ως Τμήμα στις διαθέσεις των κατηγόρων μου, οι οποίοι, έχοντας ηττηθεί στον πρώτο γύρο, ελπίζουν τώρα ότι θα κερδίσουν τον δεύτερο, στο πεδίο μάχης της δικής τους επιλογής: εντός του Πανεπιστημίου, εκεί όπου (νομίζουν ότι) δεν υπάρχει ανεξάρτητη δικαστική εξουσία για να ελέγξει τα καμώματά τους.

31. Πρόκειται για τακτική που εκθέτει το Πανεπιστήμιο Κρήτης κατά τρόπο θλιβερό και, πολύ φοβάμαι, ανεπανόρθωτο στα μάτια κάθε καλοπροαίρετου παρατηρητή. Πιθανή αφαίρεση του διδακτορικού τίτλου θα έχει πολύ δυσάρεστες επιπτώσεις στο κύρος και την φήμη όχι μόνο του Πανεπιστημίου, αλλά και ολόκληρου του κρητικού λαού ενώπιον της διεθνούς κοινής γνώμης. Το πραγματικό ερώτημα συνεπώς είναι αν η Σχολή Κοινωνικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών θα αφεθεί να παρασυρθεί από την μερίδα εκείνη του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης που έχει αναγάγει τον αντι-Ρίχτερ αγώνα της σε προσωπικό διακύβευμα αντεκδίκησης, από τον οποίο αγώνα δεν λείπουν ασφαλώς οι μικροπολιτικοί υπολογισμοί, ή αν η ζημιά που έχει ήδη γίνει στο κύρος του Πανεπιστημίου Κρήτης από την ιδιότυπη σταυροφορία τους θα ολοκληρωθεί εδώ.

32. Όθεν καλώ όλα τα μέλη της Κοσμητείας να προβληματιστούν πριν ρίξουν την ψήφο τους σχετικά με το μέγεθος της ευθύνης που αναλαμβάνουν. Ας μην έχουν την ψευδαίσθηση ότι ο πανεπιστημιακός κόσμος της Ελλάδας και της Γερμανίας παρακολουθεί αμέτοχος. Διατηρώ την πεποίθηση ότι τα μέλη της Κοσμητείας θα αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και δεν θα κηλιδώσουν το καλό όνομα της Σχολής.

Επειδή οι εις βάρος μου αιτιάσεις του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης όχι μόνο είναι παντελώς ανυπόστατες, αλλά αποτελούν την προσπάθεια ορισμένων μελών του να συνεχίσουν με άλλο τρόπο την δικαστική μου δίωξη.

Επειδή σας επισυνάπτω προς ενημέρωσή σας την ενημερωμένη βιβλιογραφία μου, περιλαμβάνουσα 39 τίτλους μονογραφιών και περί τις 200 μελέτες.

Επειδή επιφυλάσσομαι παντός νομίμου δικαιώματός μου.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

ΑΙΤΟΥΜΑΙ

Να διαφυλάξετε έστω και την υστάτη ώρα το κύρος του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Να απορρίψετε την πρόταση του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης.

Μάννχαϊμ, 15 Μαΐου 2017

Prof. Dr. Heinz Richter

neakriti.gr, Γιώργος Σαχίνης

Σχετικά άρθρα