Nova Professional Economy 23 euro!!!

«Η πολιτική είναι μέσο, όχι σκοπός»

Ο ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΣΑΜΠΑΣΑΚΗΣ ΜΙΛΑ ΣΤΟ «Ρ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΜΑΝΟΥΣΟ ΚΛΑΔΟ

Η επιλογή του συμπολίτη και διαπρεπούς νομικού Νίκου Κοτζαμπασάκη να διεκδικήσει τη θέση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του Ρεθύμνου, συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, καθώς πρόκειται για ένα νέο πρόσωπο στην τοπική πολιτική σκακιέρα. Χωρίς πολιτικό παρελθόν ή μια πολιτική οικογένεια πίσω του, αλλά ενεργός πολίτης έως σήμερα, έρχεται να δηλώσει το ενδιαφέρον του και να θέσει εαυτόν στην κρίση της κοινωνίας, αναπόσπαστο μέρος της οποίας αποτελεί. Ο ίδιος, άλλωστε, φιλοδοξεί, πως η υποψηφιότητα του, έρχεται να καλύψει ένα βασικό κενό, δηλαδή, «την απουσία εν πολλοίς από τη δημόσια ζωή και την πολιτική ανθρώπων που προέρχονται από την κοινωνία και που έχουν επαγγελματική διαδρομή», όπως επισημαίνει στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε για την εφημερίδα μας.

«Ένας από μας, για μας» θα μπορούσε να ήταν το σύνθημα του και βέβαια μέσα σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που οι προθέσεις και οι διαθέσεις των πολιτικών αμφισβητούνται έντονα από την κοινωνία, και όχι άδικα.

Γιατί να είναι διαφορετικός πολιτικός ο Νίκος Κοτσαμπασάκης; Γιατί να τον εμπιστευθούμε; Γιατί να είναι ο επόμενος; Τι προτίθεται να κάνει, ώστε να νιώσουν οι Ρεθεμνιώτες, πως δεν «χάνουν» για ακόμη μία φορά την ψήφο τους, εφόσον τον επιλέξουν;

Στις ερωτήσεις αυτές, προφανώς και θα απαντήσει ο ίδιος μέσα στο διάστημα που έχει στην διάθεση του έως τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, οπότε και διαφαίνεται πως θα συμπεριληφθεί στο ψηφοδέλτιο του Κινήματος Αλλαγής.

Ακόμα και αυτή η επιλογή, δηλαδή, του κόμματος, με το οποίο πολιτεύεται, αποτελεί πρόκληση, αν αναλογιστούμε την παρουσία του ΠΑΣΟΚ και της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, τα τελευταία χρόνια. Αλλάζει ο Μανωλιός επειδή βάζει το φέσι του αλλιώς;

Και σε αυτό αλλά και σε πολλά άλλα ενδιαφέροντα ερωτήματα, απαντά ο Νίκος Κοτζαμπασάκης, στην συζήτηση που ακολουθεί και που αποτελεί ένα ουσιαστικό διάλογο αναζήτησης της αλήθειας, την οποία προσδοκά ένας πολίτης από ένα πολιτικό.

Ποιοι είναι οι λόγοι που σας οδήγησαν στην απόφαση να είστε υποψήφιος βουλευτής;

Η υποψηφιότητά μου φιλοδοξεί να αναδείξει μεταξύ άλλων και έναν, ίσως κρίσιμο, λόγο για τον οποίο η χώρα μας σύρεται δέκα χρόνια σχεδόν ταπεινωμένη και πτωχευμένη: την απουσία εν πολλοίς από τη δημόσια ζωή και την πολιτική ανθρώπων που προέρχονται από την κοινωνία, που έχουν επαγγελματική διαδρομή, που έχουν μόνο να χάσουν και όχι να κερδίσουν ατομικά από την ενασχόλησή τους με τα κοινά πράγματα. Που μέσα από την πορεία τους και τον καθημερινό τους αγώνα μέσα στην κοινωνία, την εμπειρία και τη γνώση που απέκτησαν έξω από τη γυάλα της πολιτικής μπορούν να μεταλλάξουν την αγωνία των απλών, καθημερινών ανθρώπων, τις ανάγκες και τα όνειρα των συμπολιτών τους σε ιδέες, προτάσεις και όνειρα για τον τόπο μας. Ιδιαίτερα ως προς το Ρέθυμνο αισθάνομαι την υποχρέωση να επιστρέψω στον τόπο μου ως αντίδωρο την μεγάλη τιμή και εμπιστοσύνη με την οποία με περιέβαλλε από τα πρώτα μου βήματα ως αυτοδημιούργητου επαγγελματία, και να αφιερώσω τα πλέον δημιουργικά χρόνια της ζωής μου στα προβλήματα αλλά και τις δυνατότητές του Νομού μας. Και επειδή στο μικρό  μας τόπο γνωριζόμαστε καλά μεταξύ μας ένα είναι ξεκάθαρο: η παρουσία μου στη δημόσια ζωή του Ρεθύμνου έχει νόημα μόνον στο βαθμό που ενώνει, που συσπειρώνει τις δημιουργικές δυνάμεις μας: καμία κομματική ένταξη, καμία πολιτική αντιπαράθεση, καμία ευκαιριακή ή μη συμμαχία δεν θα με αποτρέψει να συγκρουστώ με οποιονδήποτε για το καλό του Ρεθύμνου. Αυτήν την αυτονομία και το καθαρό βλέμμα, που κατάφερα να αποκτήσω με σκληρό αγώνα επί πολλά χρόνια, μαζί με την απέραντη αγάπη μου για το Ρέθυμνο και τους ανθρώπους του έχω να καταθέσω στους συμπολίτες μου. Και δεν θα την διαπραγματευτώ με κανέναν και για οποιοδήποτε αντάλλαγμα.

Γιατί υποψήφιος βουλευτής και όχι υποψήφιος για μια θέση των θεσμών της αυτοδιοίκησης;

Η αίσθηση, την οποία τα τελευταία ιδίως χρόνια αποκόμισα από την καθημερινή μου επαφή και συζήτηση με τους Ρεθυμνιώτες και τις Ρεθυμνιώτισσες, είναι ότι, ενώ στην Αυτοδιοίκηση ο τόπος μας εκπροσωπείται επαρκώς και οι άνθρωποι της στα δύσκολα χρόνια της κρίσης προσπάθησαν να κρατήσουν όρθια την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα αξιόλογοι άνθρωποι φιλοδοξούν να υπηρετήσουν το θεσμό, εντούτοις η φωνή του Ρεθύμνου εκτός του Νομού μας μπορεί και πρέπει να είναι πιο ισχυρή από ότι σήμερα. Ότι στα κέντρα λήψης των αποφάσεων το Ρέθυμνο δικαιούται μιας δυναμικής εκπροσώπησης, αντίστοιχης των δυνατοτήτων του. Ότι οι εκπρόσωποι του πρέπει πια να διεκδικούν και όχι απλά να περιορίζονται σε μάχες χαρακωμάτων -όταν δίδονται και αυτές- για να μη χάσουμε τα αυτονόητα, ιδίως σε σύγκριση με τους λοιπούς Νομούς της Κρήτης. Μην έχετε αμφιβολία ότι η Αυτοδιοίκηση παραμένει εντός μου ο πλέον άμεσος, άρα κρίσιμος θεσμός της Δημοκρατίας και θεμελιώδης άξονας για την εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας: εφόσον οι συμπολίτες μου, μου αναθέσουν την ευθύνη και την εντολή της εκπροσώπησής τους, θα είμαι έμπρακτος συμπαραστάτης των ανθρώπων της, αφενός μεν με το να προέρχεται ένας από τους επιστημονικούς συνεργάτες μου από τους κόλπους της, ώστε ανά πάσα στιγμή να είμαι ενήμερος για τα ζητήματα και τα αιτήματα που ανακύπτουν και να διαβιβάζονται εμπεριστατωμένα όπου δει και αφετέρου με την τακτική, ανά δίμηνο τουλάχιστον, προσωπική μου παρουσία στα Δημοτικά Συμβούλια των Δήμων του Νομού μας με ότι αυτό συνεπάγεται ως προς την ίδια γνώση και επαφή μου με τα κατά τόπους προβλήματα. Μόνο διά της συνέργειας και της συνεργασίας θα πάμε μπροστά. Και η διάφανη και καθαρή μου θέση περί της μη ανάμειξης μου κατά το παλαιοκομματικό πρότυπο στις αυτοδικοικητικές διεργασίες σε συνδυασμό με την υφιστάμενη αμοιβαία προσωπική εκτίμηση με το σύνολο των ανθρώπων της Αυτοδιοίκησης του Νομού μας αποτελεί εγγύηση για την καλή συνεργασία και τη συσπείρωση των δυνάμεών του τόπου μας.

 

Πολλοί έχουν απαξιώσει το βουλευτικό αξίωμα. Τι θα κάνετε για να υπερασπιστείτε τον θεσμικό ρόλο και την αποστολή του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου;

Η απαξίωση του θεσμού του Βουλευτή συμπυκνώνεται στην απαξιωτική και προσβλητική αναμονή των πολιτών στους προθαλάμους των πολιτικών γραφείων “διά προσωπικήν υπόθεσίν τους”. Η πελατειακή σχέση του πολίτη με το βουλευτή, ωστόσο, δεν προσβάλλει μόνον τον πολίτη, αλλά απαξιώνει εξ αρχής τον πολιτικό. Διότι, αντί να σχεδιάζει και να προωθεί συλλογικά οράματα και πολιτικές που ωφελούν το σύνολο, ο πολιτικός μετατρέπεται σε εργαλείο εξυπηρέτησης προσωπικών αιτημάτων, διά της οποίας δεσμεύεται και ακυρώνεται τελικά, μια και άξονας της δράσης του γίνεται πλέον η αποφυγή του περιβόητου πολιτικού κόστους. Που αφυδάτωσε την πολιτική, απονεύρωσε τους θεσμούς και, τελικά, το πληρώσαμε ακριβά. Πελάτες δικαιούται κανείς να έχει μόνον ως επαγγελματίας. Στα κοινά πράγματα πρέπει να αντικρίζει τους ανθρώπους -και να λογοδοτεί σε αυτούς- μόνον ως πολίτες.

 

Τι είναι για σας η πολιτική;

Πολιτική είναι η διαδικασία που μπορεί να αποθεώσει, αλλά και να καταστρέψει μια κοινωνία, μια χώρα. Είναι το πεδίο στο οποίο συναιρείται το σύνολο των δυνάμεων μιας κοινωνίας, αντιπαλεύουν τα προτερήματα και τα ελαττώματά της, καθορίζεται ο βηματισμός της. Η πολιτική είναι μέσο, όχι σκοπός. Και για ορισμένους από εμάς η πολιτική δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ επάγγελμα, προίκα ή μέσο καταξίωσης, αλλά ήταν και θα παραμείνει χώρος ιδεών, έχει νόημα μόνον ως όχημα προόδου μέσω της συναπόφασης και συνεκτέλεσης προτάσεων που πάνε τον τόπο μας μπροστά, όταν εμπνέει την κοινωνία και την καθοδηγεί και όχι όταν συντηρείται από τις σάρκες της.

 

Πως πρέπει να ασκεί τα καθήκοντα του ένας σύγχρονος βουλευτής;

Η άσκηση των καθηκόντων του Βουλευτή δεν μπορεί, ιδιαίτερα σε συνθήκες μείζονος κρίσης και των θεσμών, ιδίως του Κοινοβουλίου, όπως αυτή που βιώνουμε, να είναι επαρκής αν δεν ανταποκρίνεται σε τρία προτάγματα: πρώτον, είναι αυτονόητη η επιμελής γνώση και προσέγγιση του συνόλου των ζητημάτων που απασχολούν το Έθνος και τη χώρα και η καθαρή θέση ως προς το πώς πρέπει να πορευτούμε, δεύτερον, εκτός από την ανάδειξη των προβλημάτων της εκλογικής του περιφέρειας και τη διαβίβαση των αντίστοιχων αιτημάτων αρμοδίως, που ίσως είναι το ευχερές, ο Βουλευτής οφείλει περαιτέρω να επεξεργάζεται τεκμηριωμένες προτάσεις και λύσεις, τις οποίες θα εισφέρει στη Νομοθετική λειτουργία της Πολιτείας, την οποία και υπηρετεί και τέλος -και σημαντικό διότι μόνον έτσι θα αναταχθεί η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους εκπροσώπους τους και τους θεσμούς- ο Βουλευτής πρέπει να λογοδοτεί στους πολίτες για το έργο του: θεμελιώδης δέσμευσή μου είναι ότι, εφόσον μου ανατεθεί από τους συμπολίτες μου η εκπροσώπησή τους στο Κοινοβούλιο, πέραν των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος σε δημόσια ανοικτή συζήτηση στο Ρέθυμνο θα γίνεται απολογισμός της δράσης και της εκπροσώπησης του τόπου μας και μέσα από το διάλογο θα συναποφασίζονται και θα καθορίζονται οι επόμενοι στόχοι και οι προτεραιότητές μας. Φιλοδοξώ να είμαι η φωνή του Ρεθύμνου στην Αθήνα και όχι εντολοδόχος των κομματικών γραφείων της Αθήνας στο Ρέθυμνο.

Ποια ζητήματα του Ρεθύμνου αποτελούν για σας προτεραιότητα;

Το πρώτο και καίριο ζητούμενο για το Ρέθυμνο είναι να διαμορφώσει μέσα από έναν ανοικτό διάλογο ένα συνεκτικό όραμα για τον τόπο μας με ορίζοντα είκοσι ή τριάντα ετών, από το οποίο και θα προκύψουν τα άμεσα, αλλά και μεσοπρόθεσμα βήματά μας: ποιο Ρέθυμνο θέλουμε να αναδείξουμε το 2040 ή το 2050; Ποια θα είναι η ταυτότητα του τόπου μας; Πώς, με ποια εργαλεία θα προσθέσουμε υπεραξία στους δυναμικούς τομείς της τοπικής οικονομίας, όπως ο Τουρισμός και η Γεωργία/ Κτηνοτροφία μας; Ποιο οδικό χάρτη θα ακολουθήσουμε, ώστε να προσθέσουμε δομές καινοτομίας και εκπαίδευσης, συνδέοντάς τις μάλιστα με την παραγωγή και την επιχειρηματικότητα; Και πώς θα εκσυγχρονίσουμε τους θεσμούς πρόνοιας και κοινωνικής προστασίας, μαζί ασφαλώς με τη Διοίκηση ώστε το Ρέθυμνο να είναι φιλικό και αλληλέγγυο προς τους πολίτες του, αλλά και φιλόξενο προς τους επισκέπτες του; Ασφαλώς με ποιες υποδομές θα πρωταγωνιστήσουμε, μια και πχ με το ΒΟΑΚ που διαθέτουμε όχι στο 2040 δεν θα πάμε, αλλά επιστρέφουμε ολοταχώς στο 1970. Κατά συνέπεια, το Ρέθυμνο δεν μπορεί να πορεύεται στα σκοτεινά, πρέπει να υπερβεί το μοντέλο της παράλληλης και αποσπασματικής δράσης των δημόσιων και ιδιωτικών φορέων και δημιουργικών δυνάμεων του, πρέπει να συνθέσει ένα συλλογικό και συνολικό σχέδιο για την ανάπτυξη και την ευημερία του: ανεξάρτητα και παράλληλα από τον περιφερειακό σχεδιασμό, πρέπει άμεσα, εντός του 2019, να πραγματοποιηθεί ένα αναπτυξιακό συνέδριο για το Νομό μας με τη συμμετοχή του συνόλου των φορέων της κοινωνίας, που θα διαμορφώσει τους άξονες της δράσης μας και το οποίο θα επαναλαμβάνεται ανά δύο ή τρία χρόνια, ώστε να αξιολογούνται τα τετελεσμένα και να προωθούνται μέσω της συσπείρωσης οι στόχοι μας. Και επειδή αποδίδω κομβική σημασία στη συνέργεια των δυνάμεων του Ρεθύμνου για την ανάπτυξη και την ευημερία του, ως θεσμικός εκπρόσωπός του, αν οι Ρεθυμνιώτες με επιλέξουν, δεν μπορώ παρά να πρωταγωνιστήσω σε μια διαδικασία που προσθέτει και πολλαπλασιάζει στις δυνάμεις του Ρεθύμνου και να αναλάβω τις ευθύνες που θα μου αναλογούν για το μέλλον του.

Ποια είναι η θέση σας για την συμφωνία των Πρεσπών;

Η Συμφωνία των Πρεσπών βρίσκει κάθετα αντίθετη τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων και ασφαλώς είναι μία κάκιστη Συμφωνία που δεν θα ψήφιζα και δεν θα επικύρωνα ποτέ. Και δεν έχουν άδικο οι Έλληνες, όταν την αποστρέφονται, όχι επειδή είναι εθνολαικιστές, “μακεδονομάχοι” και άλλα γραφικά που προσπαθούν οι συστημικές γραφίδες να τους προσάψουν, ώστε να απαξιώσουν τη διαφωνία τους, αλλά επειδή έχουν δίκαιο να διαισθάνονται, ότι αυτή η Συμφωνία δημιουργεί πάρα πολλά προβλήματα, χωρίς να λύνει κανένα. Διότι είναι αδιανόητη η παραχώρηση εθνικής ταυτότητας και γλώσσας στους Σκοπιανούς, που δεν διανοήθηκε να διαπραγματευτεί οποιαδήποτε Κυβέρνηση επί 25 χρόνια μέχρι σήμερα, ενώ υποτίθεται ότι έπρεπε να επιλυθεί το ζήτημα του ονόματος και μόνον της Γείτονος χώρας. Η αλήθεια είναι ότι η Συμφωνία αυτή επιβλήθηκε στην Ελληνική Κυβέρνηση προκειμένου να διευθετηθούν γεωπολιτικοί στόχοι μεγάλων δυνάμεων στα Βαλκάνια και μόνον και η Ελληνική Κυβέρνηση την αποδέχθηκε άνευ όρων προκειμένου να επικυρώσει το χαρακτηρισμό του “καλού παιδιού” από τον εξωτερικό παράγοντα, προκειμένου να αποκομίσει στήριξη, την οποία πρωτογενώς δεν διαθέτει στο εσωτερικό της χώρας και να ανταλλάξει τη δουλική υπόκλισή  της με την αναστολή μνημονιακών υποχρεώσεων, που η ίδια έχει αναλάβει, ώστε να κερδίσει πολιτικό χρόνο, αδιαφορώντας για την ζημία που μπορεί να προκύψει στο μέλλον. Και τούτο διότι η Συμφωνία αυτή καθόλου δεν αποτελεί ανάσχεση στον αλυτρωτισμό των Σκοπίων, τον οποίο και υποθάλπουν άλλοι άσπονδοι γείτονές μας. Η Κυβέρνηση για να κερδίσει το λίγο, παραχώρησε το πολύ, για να επιτύχει το λίγο, υποχώρησε στο μεγάλο- και προσπαθεί να μας πείσει ενώ δεν έχει πείσει τον εαυτό της: ποιος έχει δίκιο, ο Κοτζιάς ή ο Καμμένος;;;; Και για να μην επικυρωθεί ποτέ από το Ελληνικό Κοινοβούλιο η επιζήμια για τα εθνικά μας συμφέροντα αυτή Συμφωνία πρέπει να μεριμνήσουν διά της ψήφου τους στις επόμενες εκλογές οι συμπολίτες μας. Ας αναλάβει ο καθένας μας τις ευθύνες του.

 

Μετά τη λήξη των μνημονίων τί και πώς;

Όποιος πιστεύει ότι έληξαν τα Μνημόνια, στο βαθμό που Μνημόνιο αφ’ εαυτού σημαίνει εποπτεία, δεσμεύσεις, εν πολλοίς κηδεμονία, όχι μόνον πλανάται πλάνη οικτρά, αλλά και οριστικά δεν είναι σοφός, διότι ‘το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού”: όσο σχίσαμε το Μνημόνιο το 2015, αλλά εν τω μεταξύ υπογράψαμε ουσιαστικά άλλα δύο, άλλο τόσο βγήκαμε από το Μνημόνιο το 2018. Μετά την τυπική λήξη του από κατασκευής αποτυχημένου Μνημονίου Τσίπρα του 2015 η χώρα βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από ότι το 2015, όχι μόνον διότι η κοινωνία είναι ακόμη πιο κουρασμένη και ταλαιπωρημένη, άρα αδύναμη, αλλά και διότι σήμερα η διεθνής ιδίως οικονομική συνθήκη είναι ασφαλώς δυσμενέστερη, την ώρα που η Ελλάδα έπεσε από τον Αύγουστο στον ωκεανό των αγορών χωρίς σωσίβιο. Η άποψή μου είναι καθαρή: εάν με όρους εθνικής συνεννόησης και συντεταγμένα δεν επαναδιαπραγματευθούμε τη δέσμευση της Κυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου για τα αδιανόητα με βάση την κατάστασή μας πρωτογενή πλεονάσματα και δεν διασφαλίσουμε ασφαλή πιστωτική γραμμή, θα κινδυνεύσουμε άμεσα με επανάληψη του 2015 προς το χειρότερο, όχι φοβούμαι με όρους κωμωδίας, αλλά τραγωδίας. Και θα αναγκαστούμε να συρθούμε σε νέο Μνημόνιο, σε σχέση με το οποίο τα προηγούμενα θα φαντάζουν ως ζητούμενα. Αλλά δεν αρκεί να παίζουμε άμυνα. Πρέπει η χώρα να βγει στην επίθεση, να αναστήσει τη μεσαία τάξη μέσω μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης σε στοχευμένους τομείς της οικονομίας, να εξορθολογήσει τους φορολογικούς συντελεστές και να εκσυγχρονίσει τη Δημόσια Διοίκηση και τη Δικαιοσύνη, ώστε να καταστεί ανταγωνιστική, και κατεξοχήν να αναδείξει την αξιοκρατία ως σημαία για την αναγέννησή της, γιατί χωρίς αξιοκρατία όχι μόνον δεν θα επιστρέψουν οι νέοι μας που μετανάστευσαν, αλλά θα την εγκαταλείψουν και όσοι έμειναν. Και στο βάθος το δημογραφικό πρόβλημα που επελαύνει θα μας αφανίσει κυριολεκτικά.

 

Δώστε μας τα κατά τη γνώμη σας πέντε βασικά ατοπήματα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Κυριολεκτείτε, όταν αναφέρεστε σε βασικά ατοπήματα, γιατί στην πραγματικότητα των ατοπημάτων της Κυβέρνησης ουκ έστιν αριθμός. Σταχυολογώ κατά χρονική ακολουθία:

  1. ο επώδυνος διχασμός της ελληνικής κοινωνίας που επέφερε το καθ’ ομολογία των υπευθύνων άσκοπο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, με το οποίο κορυφώθηκε η καταστροφική, κατ’ όνομα “περήφανη” διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου της διακυβέρνησης, η οποία απέληξε στα capital controls, στην εξαΰλωση της αξίας των Τραπεζών, που με χρήματά μας είχαμε ανακεφαλαιοποιήσει, η καθίζηση της αγοράς: από τα τέσσερα σχεδόν χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τους πρώτους έξι μήνες διαπραγματευτήκαμε καταστροφικά και τα υπόλοιπα τριάμισι προσπαθούμε να γιατρέψουμε ανεπιτυχώς τις πληγές της “διαπραγμάτευσης”. Η χώρα βρίσκεται σε χειρότερο σημείο από το 2015, άρα αντικειμενικά απέτυχαν.
  2. Η εκχώρηση της δημόσιας περιουσίας στο Υπερταμείο υπό των έλεγχο των δανειστών για 99 χρόνια. Γιατί άραγε την αδιανόητη αυτή δέσμευση δεν την ανέλαβαν οι προηγούμενες Κυβερνήσεις της κρίσης; Άραγε δεν τους ζητήθηκε; Ασφαλώς όχι. Απλώς άλλοι υπήρξαν πιο πρόθυμοι.
  • Η συνειδητή στοχοποίηση, η υπερφορολόγηση και ο αφανισμός της μεσαίας τάξης, προκειμένου να ασκείται επιδοματική πολιτική στους φτωχότερους, ώστε διανέμοντας ψίχουλα να διατηρεί ακροατήριο και να υφίσταται εκλογικά. Μόνο που έτσι κόβεται το κλαδί, στο οποίο κάθονται οι πιο αδύναμοι, διότι όταν κλείνει μία μικρομεσαία επιχείρηση, που δεν αντέχει τα βάρη, κανένα επίδομα δεν μπορεί να αναπληρώσει την απώλεια μιας θέσης εργασίας.
  1. Η εμπλοκή των εθνικών θεμάτων στις διαπραγματεύσεις για τις μνημονιακές δεσμεύσεις και οι παραχωρήσεις στα εθνικά ζητήματα, προκειμένου η Κυβέρνηση να κερδίζει ανάσες από τους δανειστές, πρακτική που καμία μνημονιακή Κυβέρνηση δεν διανοήθηκε.
  2. Η καθιέρωση στο δημόσιο λόγο, αλλά και στην πρακτική προβεβλημένων εκπροσώπων της, μιας ρητορικής μίσους απαραίτητης, όπως φαίνεται, όχι μόνον για να κατακτήσουν την εξουσία, αλλά και για να διατηρηθούν με νύχια και με δόντια σε αυτήν, μια και άλλες περγαμηνές δεν έχουν να επιδείξουν: ή εμείς ή αυτοί, τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν και άλλα τέτοια, που θα ήταν γραφικά, αν δεν ήταν επικίνδυνα, διότι, εκτός των άλλων, εκτρέφουν τα άκρα και ιδίως την ακροδεξιά-και αυτό θα είναι μια από τις πιο δύσοσμες προίκες που θα μας κληροδοτήσει η Κυβέρνηση.

 

Πως το ΚΙΝΑΛ μπορεί σήμερα να ξεπεράσει το αρνητικό πρόσημο του ΠΑΣΟΚ από το παρελθόν, καθώς όπως δείχνουν τα προηγούμενα εκλογικά αποτελέσματα, αλλά και οι δημοσκοπήσεις για τις επόμενες εκλογές, ο κομματικός σας χώρος απώλεσε το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων του;  

Το Κίνημα Αλλαγής, ως σταθερή έκφραση και γνήσιος κληρονόμος της Προοδευτικής Δημοκρατικής παράταξης της χώρας είναι περήφανο για την ιστορία της και το έργο που άλλαξε την Ελλάδα, που έβαλε τους αδύναμους στο προσκήνιο, που συμφιλίωσε τους Έλληνες, που έκλεισε τις πληγές του Εμφυλίου-εκείνες που άλλες πολιτικές δυνάμεις σήμερα ανοίγουν για να υπάρχουν διά της πολεμικής. Και είναι αλήθεια ότι η παράταξη εξαιτίας συμπεριφορών στελεχών της πλήγωσε μεγάλο μέρος από τα εκατομμύρια των ανθρώπων που επένδυσαν σε αυτήν τα όνειρά της, ότι ευθύνεται ασφαλώς για πολλές από τις αγκυλώσεις και τις γκρίζες πλευρές της Μεταπολίτευσης. Αλλά είναι και αντικειμενικό γεγονός ότι πλήρωσε εκλογικά περισσότερο από ότι της αναλογούσε, αν κανείς σκεφτεί μόνον σε ποια κατάσταση παρέλαβε τη χώρα από την κυβέρνηση Καραμανλή το 2009, πριν ξεσπάσει η κρίση που μας γονάτισε-γι’ αυτήν την κατάσταση μάλιστα δεν ακούσαμε λέξη από τα κατά τα άλλα αριστερούς της Κυβέρνησης Τσίπρα, αυτούς που καλούν τους προοδευτικούς Έλληνες σε αντιδεξιό μέτωπο!!!

Σήμερα, χιλιάδες επί της ουσίας και όχι με όρους παρελθόνος προοδευτικοί Έλληνες, αντιλαμβάνονται, ότι η μεσαία τάξη ως άξονας της οικονομίας και πυλώνας της Δημοκρατίας δεν μπορεί να αναταχθεί χωρίς ισχυρό μεσαίο χώρο, ότι η κανονικότητα στη χώρα δεν θα επανέλθει χωρίς ισχυρή προοδευτική κεντροαριστερή παράταξη, που θα προασπίζεται σθεναρά το Κοινωνικό Κράτος, την αλληλεγγύη και την αξιοπρέπεια των πολιτών, προωθώντας ταυτόχρονα μεταρρυθμιστικές πολιτικές και στηρίζοντας την ιδιωτική πρωτοβουλία για να παράγεται πλούτος, ώστε να υποστηρίζονται οι αδύναμοι, μιας και το γεύμα με δανεικά τελείωσε. Και για να ανακάμψει η παράταξη είναι μονόδρομος οι φρέσκες ιδέες, ο σύγχρονος λόγος που θα εμπνεύσει τη νέα γενιά και θα ανταποκριθεί στις ανάγκες της για εργασία και αξιοπρέπεια και, ασφαλώς, τα νέα πρόσωπα που θα τον εκφράσουν.

 

Ως κατακλείδα της συζήτησης μας, τι ελπίζετε για το μέλλον της χώρας;

Η Ελλάδα δεν ελπίζω απλά, αλλά πιστεύω βαθιά, παρά την κακουχία των τελευταίων χρόνων, ότι μπορεί να σηκώσει κεφάλι. Ότι, όπως αποδείξαμε σε όλες τις κρίσιμες φάσεις της Ιστορίας μας, μπορούμε να ανατρέψουμε τη Μοίρα μας. Αρκεί να αποφασίσουμε ότι πρέπει να κάνουμε “άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά”. Ότι πρέπει να συσπειρώσουμε τις δημιουργικές δυνάμεις του Έθνους, όπου γης, για να επιβιώσουμε, ότι πρέπει επιτέλους να συμφωνήσουμε σε όσα μας ενώνουν, στα αυτονόητα, γιατί η κρίση πλέον δεν είναι μόνον οικονομική, είναι αξιακή, θεσμική, τελικά υπαρξιακή. Ή θα είμαστε η τελευταία γενιά προ της κατάρρευσης, ή η γενιά που κράτησε όρθια τη χώρα, που μάτωσε, ώστε τα παιδιά μας να ζήσουν σε μια χώρα που θα είναι περήφανη ξανά. Και θα είναι και εκείνα περήφανα για τους γονείς τους, για μας. Γι’ αυτήν την περηφάνια αξίζει να παλέψουμε.

ΑΤΑΚΕΣ

  • «Την αυτονομία και το καθαρό βλέμμα, που κατάφερα να αποκτήσω με σκληρό αγώνα επί πολλά χρόνια, μαζί με την απέραντη αγάπη μου για το Ρέθυμνο και τους ανθρώπους του έχω να καταθέσω στους συμπολίτες μου.»
  • Η Ελλάδα δεν ελπίζω απλά, αλλά πιστεύω βαθιά, παρά την κακουχία των τελευταίων χρόνων, ότι μπορεί να σηκώσει κεφάλι.
Nova Offer

Σχετικά άρθρα