Nova2play με 100 Mbps

Απαιτούνται 6 δισ. για μείωση φόρων στα επίπεδα του 2014

Δημοσιονομικός χώρος και υπερπλεονάσματα της τάξεως των 5,5-6 δισ. ευρώ απαιτούνται για να επιστρέψουν οι φορολογικοί συντελεστές στα επίπεδα που βρίσκονταν στο τέλος του 2014.

Ακόμη και αν ακυρωθεί η μείωση του αφορολογήτου όπως δεσμεύτηκε την προηγούμενη εβδομάδα ο πρωθυπουργός –κάτι που προϋποθέτει βέβαια ότι θα βρεθεί δημοσιονομικός χώρος 2 δισ. ευρώ– ενεργά θα παραμείνουν περισσότερα από 30 αμιγώς φορολογικά μέτρα, πολλά εκ των οποίων αφορούν την «κοινωνικά άδικη» έμμεση φορολογία που πλήττει την κατανάλωση και πρωτίστως τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Βάρη στις οικογένειες

Το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή ο οικογενειάρχης με τα δύο παιδιά είναι ο 3ος βαρύτερα φορολογούμενος πολίτης στον κόσμο (όπως προκύπτει από την τελευταία έρευνα του ΟΟΣΑ) ή ότι η βενζίνη συγκαταλέγεται στις τρεις ακριβότερες της Ευρώπης ή στην πρώτη 5άδα του πλανήτη, είναι «επιτεύγματα» που οφείλονται ακριβώς σε αυτά που ψηφίστηκαν από το 2015 και μετά, και τα οποία ήρθαν να προστεθούν σε ένα ήδη «βαρύ» φορολογικό πακέτο.

Στην έμμεση φορολογία το κοκτέιλ των πρόσθετων φόρων έχει γίνει εκρηκτικό και έχει αποτυπωθεί από τον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ και το κόστος των μετακινήσεων μέχρι τους λογαριασμούς του τηλεφώνου. Αθροιστικά, τα μέτρα στο σκέλος της έμμεσης φορολογίας ξεπερνούν τα 2,8-3 δισ. ευρώ. Απόδειξη του ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των πρωτογενών πλεονασμάτων που παράγονται οφείλονται στην αύξηση των έμμεσων φόρων, είναι τα ακόλουθα στοιχεία:

Οι καταναλωτές πληρώνουν αυτή τη στιγμή τουλάχιστον 1,57 δισ. ευρώ επιπλέον σε ετήσια βάση λόγω της μετάταξης εκατοντάδων προϊόντων και υπηρεσιών από τον ΦΠΑ του 13% στο 24%. Στο ίδιο «πακέτο» έχει ενταχθεί και η κατάργηση του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου με τις πέντε εξαιρέσεις λόγω προσφυγικού. Μία από τις υπηρεσίες που μετατάχθηκε στο 24% ήταν η εστίαση με αποτέλεσμα το τουριστικό πακέτο της χώρας να υποστεί ισχυρό πλέγμα.

Η αύξηση του βασικού συντελεστή ΦΠΑ από το 23% στο 24% κοστίζει περίπου 437 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.

Η «αναμόρφωση» του ειδικού φόρου κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων (η οποία έχει εκτοξεύσει την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης, της βενζίνης αλλά και του πετρελαίου κίνησης) αφαιρεί τουλάχιστον 340 εκατ. ευρώ ετησίως από το διαθέσιμο εισόδημα.

«Ευφάνταστα» μέτρα

Στο πακέτο των έμμεσων φόρων της τελευταίας τετραετίας ενσωματώθηκαν μια σειρά από «ευφάνταστα» μέτρα όπως ο φόρος διαμονής (με κόστος 74 εκατ. ευρώ), ο φόρος στον καφέ (με κόστος 62 εκατ. ευρώ), η αύξηση του φόρου στα τσιγάρα και στον καπνό (με κόστος 142 εκατ. ευρώ), ο φόρος στις μπίρες με κόστος 49 εκατ. ευρώ και ο ειδικός φόρος στη σταθερή τηλεφωνία επίσης με κόστος 65 εκατ. ευρώ.

Τέλος επιβλήθηκε μέχρι και στη συνδρομητική τηλεόραση με κόστος 24 εκατ. ευρώ για τους εκατοντάδες χιλιάδες πελάτες της συνδρομητικής.

Στην άμεση φορολογία, μπορεί το ενδιαφέρον να έχει επικεντρωθεί στο τι θα γίνει με το αφορολόγητο από το 2020 (δεδομένου ότι από μόνο του αυτό το μέτρο μοιράζει επιβαρύνσεις δύο δισ. ευρώ σε περίπου τέσσερα εκατομμύρια φορολογουμένους), ωστόσο και χωρίς αυτή την επιβάρυνση η φορολογία εισοδήματος βρίσκεται ήδη στα ύψη.

Ειδικά για τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα, ο φορολογικός συντελεστής έχει φτάσει ακόμη και στο 55% μετά την αλλαγή που έγινε και στην κλίμακα υπολογισμού του φόρου εισοδήματος αλλά και στην αντίστοιχη της εισφοράς αλληλεγγύης.

Εισφορά αλληλεγγύης

Την τελευταία τετραετία η εισφορά αλληλεγγύης έχει αυξηθεί δύο φορές. Την πρώτη φορά το κόστος έφτασε στα 336 εκατ. ευρώ, ενώ τη δεύτερη σε 1,139 δισ. ευρώ.

Το κόστος από τη νέα κλίμακα φορολογίας εισοδήματος έχει προσδιοριστεί στα 815 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ πάνω από 150 εκατ. ευρώ κόστισε στις επιχειρήσεις και η αύξηση των συντελεστών στα αδιανέμητα αλλά και στα διανεμόμενα μέτρα (σ.σ. αυτό είναι και το μοναδικό μέτρο που οδεύει προς ακύρωση σταδιακά από το 2020 έως το 2022).

Εκτός από τις άμεσες επιβαρύνσεις στον φόρο εισοδήματος, υπήρξαν και οι έμμεσες. Η κατάργηση της έκπτωσης φόρου για τις ιατρικές δαπάνες επιβάρυνε τους ασθενείς με τουλάχιστον 121 εκατ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζεται το πλήγμα από την αύξηση της φοροδιαφυγής.

Επίσης, η αύξηση των συντελεστών παρακράτησης φόρου σε νομικά και φυσικά πρόσωπα αλλά και αγρότες έφτασε να στερεί ρευστότητα της τάξεως των 300 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.

kathimerini.gr

Σχετικά άρθρα