Nova2play με 100 Mbps

Η αδύναμη ανάπτυξη υπονομεύει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους

Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα μηνύματα από τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του ελληνικού ΑΕΠ για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο σύνολο του 2019, θέτοντας ξεκάθαρα σε κίνδυνο τις προβλέψεις της ελληνικής κυβέρνησης για ανάπτυξη 2,3%. Το 1,3% που σημείωσε το ΑΕΠ το διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου εκτός του ότι αποδεικνύει ότι η ανάπτυξη παραμένει αναιμική σχεδόν οκτώ μήνες μετά την έξοδο από τα μνημόνια και στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο ετών, υπογραμμίζει ότι η ανάκαμψη της οικονομίας είναι ευάλωτη και ο δρόμος προς την κανονικότητα είναι μακρύς.

Οπως προειδοποιούν οι οικονομολόγοι μιλώντας στην «Κ», η αδύναμη πορεία του ελληνικού ΑΕΠ στο σημερινό περιβάλλον της υποτονικής ανάπτυξης στην Ευρώπη, χτυπά «καμπανάκια» δημοσιονομικού εκτροχιασμού, ειδικά υπό το φως και των συστάσεων της Κομισιόν στο πλαίσιο της έκθεσης μεταμνημονιακής εποπτείας. Οπως σημειώνει στην «Κ» ο Αθανάσιος Βαμβακίδης, επικεφαλής επενδύσεων στις αγορές συναλλάγματος του G10 της Bank of America Merrill Lynch, τα στοιχεία του α΄ τριμήνου εγείρουν ανησυχίες και δείχνουν ότι υπάρχει ο κίνδυνος η επιβράδυνση στην υπόλοιπη Ευρωζώνη να έχει αρχίσει να επηρεάζει την ήδη αδύναμη ανάκαμψη της Ελλάδας. Εάν η Ελλάδα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την αδύναμη οικονομία της Ευρωζώνης, οι δημοσιονομικοί στόχοι θα μπορούσαν να τεθούν σε κίνδυνο, ιδίως μετά τις πρόσφατες προεκλογικές δαπάνες. Η Ελλάδα έχει ήδη κάποια δημοσιονομικά αποθέματα, τα οποία βοηθούν, αλλά η συμβουλή προς την ελληνική κυβέρνηση θα ήταν να τα διαφυλάξει καθώς ενδέχεται να έρθουν δύσκολες μέρες.

Για την HSBC η απογοητευτική ανάπτυξη του πρώτου τριμήνου κρούει των κώδωνα του κινδύνου ακόμη και για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, καθώς και την επενδυτική εμπιστοσύνη. Οπως σχολιάζει στην «Κ» ο Φάμπιο Μπαλμπόνι, οικονομολόγος της HSBC, ο στόχος που έχει θέσει η βρετανική τράπεζα για 2% ανάπτυξη στην Ελλάδα το 2019 ενέχει πλέον ρίσκο, ενώ ο στόχος της κυβέρνησης για 2,3% ανάπτυξη δείχνει πλέον πολύ φιλόδοξος. «Για εμάς, η ικανότητα της Ελλάδας να επιτύχει ανάπτυξη κατά περίπου 2% τα επόμενα χρόνια είναι το κλειδί για να καθησυχαστούν οι επενδυτές για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους», τονίζει. Οπως εξηγεί, το όριο βιωσιμότητας του χρέους του ΔΝΤ καλύπτεται μεσοπρόθεσμα μόνον εάν η Ελλάδα σημειώσει δυνητική ανάπτυξη γύρω στο 1,5%. Με χαμηλότερη ανάπτυξη, η Ελλάδα ενδέχεται να χρειαστεί περαιτέρω μέτρα αναδιάρθρωσης του χρέους σε 10-15 χρόνια, γεγονός που θα μπορούσε να δημιουργήσει ανησυχίες στις αγορές.

Σύμφωνα με τον κ. Μπαλμπόνι, η χαμηλότερη ανάπτυξη στο εγγύς μέλλον θα μπορούσε επίσης να αυξήσει το δημοσιονομικό έλλειμμα (ο κανόνας είναι ότι η μείωση της ανάπτυξης κατά 0,2% αυξάνει το έλλειμμα κατά 0,1% του ΑΕΠ), το οποίο αποτελεί και αυτό βασική κινητήρια δύναμη της βιωσιμότητας του χρέους. «Αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα είναι μία πιο φιλική προς την ανάπτυξη δημοσιονομική στρατηγική, η οποία θα συμβάλει στην τόνωση της ανάκαμψης μεσοπρόθεσμα και θα στηρίξει την εμπιστοσύνη των επενδυτών», επισημαίνει.

Η πιο αργή ανάπτυξη θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στα φορολογικά έσοδα και συνεπώς στον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος, προειδοποιεί από την πλευρά του μιλώντας στην «Κ» ο Ιβάν Μάμαλετ, ανώτερος οικονομολόγος της Societe Generale για την Ευρώπη. Οπως προσθέτει, στην τελευταία έκθεση της Κομισιόν τονίζεται πως ο κύριος κίνδυνος για την ελληνική οικονομία προέρχεται από τις δημοσιονομικές αποκλίσεις και τις παροχές που ανακοίνωσε πρόσφατα η κυβέρνηση. Κατά την άποψή του, εάν υπάρξει αστοχία στο πλεόνασμα δεν θα είναι μεγάλη, ωστόσο εάν χαθεί ο στόχος φέτος θα υπογραμμίσει τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα κατά τα προσεχή έτη, δεδομένης της δέσμευσης της κυβέρνησης για πλεονάσματα στο 3,5% ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% κατά μέσον όρο μέχρι το 2060, αυξάνοντας έτσι τις ανησυχίες όσον αφορά το ελληνικό χρέος. Και ο κ. Μάμαλετ χαρακτηρίζει απογοητευτικά τα στοιχεία του ΑΕΠ α΄ τριμήνου, επισημαίνοντας ότι θέτουν ξεκάθαρα σε κίνδυνο τον φετινό στόχο και θα χρειαστεί μία ιδιαίτερα ισχυρή ανάκαμψη στο υπόλοιπο του έτους για να επιτευχθεί ο στόχος του 2,3% της κυβέρνησης.

kathimerini.gr

Σχετικά άρθρα