Nova2play με 100 Mbps

Ο χαρκιάς και η μαναροσκαλίδα

Γράφει ο Γιάννης Τσακπίνης, Απόστρατος Αξιωματικός

Όσο θα υπάρχουν ηλικιωμένοι θα υπάρχουν και αναμνήσεις από τα βιώματά τους που είναι ριζωμένα στο πληγωμένο κορμί τους από τη βασανισμένη ζωή που περάσανε πριν πολλά χρόνια της κατοχής. Όλα αυτά συνοδεύονται μαζί τους στο περπάτημά τους και ξεχνούν ορισμένες φορές τον προορισμό τους ακόμα και στα όνειρά τους και δεν μπορούν να κοιμηθούν.

Αυτή τη φορά το ταξίδι των σκέψεών τους, λόγω που είναι η εποχή του τρύγου των αμπελιών, τους έφερε πολλά χρόνια πίσω στην καλλιέργεια αυτών για όσους είχανε και στους εργάτες που πηγαίνανε μεροκάματο στα αμπέλια της περιοχής τους.

Τελείως συμπτωματικά βρεθήκανε στο τραπέζι του παραδοσιακού καφενείου της Καλλιθέας δυο ηλικιωμένοι και τρεις μέσης ηλικίας. Ο καφές που πίνανε έφερε σκέψεις με πίκρες στους ηλικιωμένους και με χαρές εις τους νεώτερους.

Δεν άργησε ο ηλικιωμένος κ. Ανδρέας να πάρει τον λόγο και να πει στην παρέα του. Βλέπω δίπλα, έξω από το μαγαζί του Κατσάνη τα πλαστικά βαρέλια και θυμήθηκα όταν τρυγούσαμε το αμπέλι του πατέρα μου και πατούσαμε τα σταφύλια με τα πόδια μέσα στο πατητήρι και βάζαμε τον μούστο στο ξύλινο βαρέλι αφού πρώτα τον μετρούσαμε με το αυγό.

Αν αυτό ερχότανε στο επάνω μέρος της επιφάνειας του μούστου τότε ήτανε καλός για κρασί 14-15 βαθμούς. Εάν όμως έμενε στον πάτο ή στο μέσον του γουβά τότε ήθελε να προσθέσουμε ανάλογο πετιμέζι για να ανέβουν οι βαθμοί στο κανονικό τους.

Χωρίς να ζητήσει το λόγο ο δεύτερος ηλικιωμένος ο κ. Γιάννης είπε: Ανδρέα, έπρεπε να ξεκινήσεις πρώτα  όπως κάναμε παλιά από την καλλιέργεια του αμπελιού και μετά να φθάσουμε στον τρύγο. Οι νέοι που έχουμε σήμερα στην παρέα μας δεν ξέρουνε τίποτα από όλα αυτά και πρέπει να τους ενημερώσουμε σωστά και συνέχισε:

«Εγώ όταν ήμουνα 20 χρονών πήγαινα μεροκάματο στα αμπέλια του Ψείρη στα Καστελλάκια. Έφευγα από το χωριό μου τα Καπεδιανά με τα πόδια. Έβαζα στον ώμο την μαναροσκαλίδα, το βουργιάλι με το φαγητό και το νερό και ξεκινούσα πολύ πρωί να είμαι με την ώρα μου εκεί για να ξεκινήσει το ξελάκισμα ή το σκάψιμο του αμπελιού. Μόνο το μεσημέρι σταματούσαμε μια ώρα για το φαγητό και σχολούσαμε 5 η ώρα το απόγευμα. Το στυλιάρι της σκαλίδας είχε κάνει κάλο (είχε σκληρύνει το δέρμα), στον ώμο μου να κατεβαίνω και να ανεβαίνω στο χωριό και συχνά πονούσα.

Έχουν περάσει από τότε μέχρι σήμερα πολλά χρόνια που θυμήθηκα την κακομοίρα την μαναροσκαλίδα μας που την έχω ακόμα στο σπίτι και την χρησιμοποιώ πότε–πότε για λίγο στο περιβόλι και με πιάνει ζάλη όταν θυμούμαι όλα που τράβηξα μαζί της.

Για τους νέους πρέπει να πω λίγα γι’ αυτό το αυτοσχέδιο εργαλείο που το είχανε όλοι οι αγρότες: την λέγαμε μαναροσκαλίδα γιατί κάτω από το στυλιάρι «την υποδοχή του» ήτανε στενή τσάπα «σκαλίδα» και από το επάνω μέρος της ήτανε το τσεκούρι «μανάρι» και εκτελούσανε σε συνδυασμό δύο εργασίες, το σκάψιμο και το κόψιμο μικρών ξύλων.

Ο πατέρας μου την είχε αγοράσει από το χαρκιάδικο που ήτανε το μαγαζί στα Περβόλια. Το θεωρούσανε το καλύτερο γι’ αυτό το προτιμούσανε οι περισσότεροι γεωργοί. Υπήρχανε και άλλα χαρκιάδικα στη Μεγάλη Πόρτα στο δρόμο που ήτανε τα χάνια και τα πεταλάδικα.

Μετά από χρόνια από την πολλή δουλειά είχε φαγωθεί η σκαλίδα και το μανάρι και την πήγα να την φτιάξει ο ίδιος ο χαρκιάς που την είχαμε αγοράσει. Πρόσεξα που είχε ανάψει κάρβουνα επάνω σε μια μεταλλική εστία και με ένα φυσερό με αέρα βοηθούσε να ανάψουν καλά για να βάλει μετά επάνω τους τη σκαλίδα με το μανάρι της χωρίς το στυλιάρι. Όταν κοκκίνισε με μια τσιμπίδα την τοποθέτησε επάνω σε βάση χοντρού σιδήρου και με το άλλο χέρι με βαρύ σφυρί την χτυπούσε αφού πρόσθετε και μικρό κομμάτι όσο είχε φαγωθεί μέχρι να την τελειώσει. Το ίδιο έκανε και για το τσεκούρι. Εάν χρειαζότανε την έβαζε ξανά στα αναμμένα κάρβουνα. Μετά την έβαζε μέσα σε κρύο νερό να κρυώσει για να τα λιμάρει και μετά ήτανε  έτοιμη να φύγει για εργασία.

Ο χαρκιάς «διαμορφωτής σιδήρων» όταν δεν είχε να κάνει επισκευές έφτιαχνε έτοιμες να τις πουλεί σε νέους αγρότες. Ακόμα έφτιαχνε και άλλες σκαλίδες και μανάρια ξεχωριστά το καθένα. Επίσης και διάφορα άλλα εργαλεία για τις ανάγκες του αγρότη ακόμα και πέταλα των ζώων.

Για το κάθε εργαλείο που ήθελε να κατασκευάσει έκοβε πρώτα το ανάλογο κομμάτι σιδήρου. Μετά το τοποθετούσε επάνω στη δυνατή φωτιά μέχρι να κοκκινίσει και στη συνέχεια με το σφυρί το χτυπούσε πολλές φορές μέχρι να πάρει το μέγεθος και το σχήμα που επιθυμούσε. Αν με την πρώτη φορά δεν είχε επιτυχία το επαναλάμβανε μέχρι να το φτιάξει.

Υπόψιν ότι ορισμένα είδη όπως και η μαναροσκαλίδα ήτανε περισσότερο το επιθυμητό εργαλείο του κρητικού αγρότη.

Την μαναροσκαλίδα συνέχεια είπε την αγάπησα πολύ τα χρόνια που δούλευα μαζί με τον πατέρα μου και μετά που παντρεύτηκα αγόρασα δικιά μου. Εγώ έφτιαχνα τα στυλάρια της από άγρια ξύλα (πουρνάρι – άγρια ελιά κ.λπ.) κομμένα στη λίγωση του φεγγαριού. Αμέτρητα είναι πόσα της είχα αλλάξει. Μόνο τώρα που δεν μπορώ αγόρασα ένα και της έβαλα για να σκάπτω το περβολάκι μου.

Αν ήτανε εύκολο θα την έπαιρνα μαζί μου όταν πεθάνω γιατί από αυτή έφαγε πολύ ψωμί η οικογένειά μου.

Όμως η παρέα έφθασε στο τέλος της γιατί όλοι θέλανε να πάνε στα σπίτια τους για φαγητό και να κοιμηθούνε. Λέγοντας στο τέλος: έχουμε ακόμα πολλά να πούμε αλλά μια άλλη φορά αν θέλει ο Θεός που θα ξανασυντηθούμε.

Όπως και σε όλα τα αυτοσχέδια μέσα της παλιάς εποχής που τα άλλαξε η νέα τεχνολογία συμπεριλαμβάνεται και η μαναροσκαλίδα του αγρότη που τον απάλλαξε από την τεράστια ταλαιπωρία που βασανιζότανε μόνο για να διατηρηθεί στη ζωή.

Έτσι σήμερα υπάρχει αφθονία από όλα τα εργαλεία του αγρότη για όλες τις εργασίες του και εκτελούνται ακόμα και σε ελάχιστο χρόνο. Οι ηλικιωμένοι σήμερα μένουν ικανοποιημένοι που οι κληρονόμοι τους τα απολαμβάνουν όλα και δεν θα υποφέρουν όπως αυτοί έχουν περάσει στην εποχή τους.

Άραγε θα βρεθούνε και ορισμένοι αγρότες που ζήσανε ένα μέρος από την παλιά εποχή και τώρα όλη τη νέα να θυμηθούνε τους γονείς τους που έχουν φύγει από τη ζωή και να τους πούνε: που είστε καημένοι γέροι να τα είχατε όλα αυτά που έχουμε εμείς σήμερα: θα ζούσατε διακόσια χρόνια.

Σχετικά άρθρα