Με μαντινάδες & όνειρα

Γράφει η Κατερίνα Βοτζάκη

Ο χήρος και η χήρα

Ο Νικολής είχε χηρέψει τώρα και δύο χρόνια.

Του είχε αφήσει η μακαρίτισσα η γυναίκα του  τρία μωροκόπελα

και μόνος του προσπαθούσε να τα μεγαλώσει όσο καλύτερα γινότανε..

Η μάνα του μεγάλη γυναίκα έκανε ότι μπορούσε, ερχόταν και η πεθερά του καμιά φορά παρόλο που έμενε σε άλλο νομό…αλλά ο Νικολής ήθελε να έχει τον τελευταίο λόγο σε όλα…

Τρεις φορές κόντεψε να κάψει το σπίτι …είχε ξεχάσει το φαί στη φωτιά…νηστικά μείναν τα κοπέλια και κλαίγανε όλη τη νύχτα…

Κάτι τέτοιες ιστορίες είχε ζήσει ο Λευτέρης ο ριμαδόρος του χωριού που ήταν αδερφικοί φίλοι με τον Νικολή από μικρά παιδιά…και ήθελε να τον παντρέψει…

”Πάρε Νικόλα  τη Λενιώ του μπάρμπα μου του Γιάννη”…

και πριν προλάβει να τελειώσει  τη ρίμα του πετάχτηκε ο Νικολής..

”Είναι χοντρή και δε χωρεί εις το διπλό ντιβάνι”…

”Ε πάρε τότες το Μαριώ από τη μ-πέρα ρούγα…

Και να σου σφήνα πάλι ο Νικολής…

”Δε ν-τη ‘ναι θέλω , έμαθα πως έχει πολλά χούγια΄΄…

”Ε πάρε το , το Χαρουλιό θα γίνει καλή μάνα”…

Κι ο Νικολής:

”Δε ν-τη ‘ναι θέλω Λευτεριό γιατί ‘ναι στραβοκάνα”….

Αυτό το βιολί γινότανε πάνω από δύο μήνες και καμία νύφη δεν άρεσε στον Νικολή…

Το πρόβλημα του συζητούσε πάλι ο Λευτέρης με τους υπόλοιπους φίλους στο καφενείο

το βράδυ…Όλοι ήταν πολύ προβληματισμένοι και σκεφτόταν νύφες που μπορεί να αρέσανε στον Νικολή.

”Ήντα να του κάμουμε του μπουνταλά, ποια να του φέρουμε να τ’ αρέσει…εντάξει δε θα βρούμε σα ν-τη συχωρεμένη που έλαμπε οσά ν-το  ν-ήλιο, μα πρέπει να το πάρει απόφαση κάποια στιγμή πως τα κοπέλια ντου θέλουνε μια μάνα”…είπε ο Μάρκος…

”Δε βρίχνω άκρη με το μ-παλαβό , όλο κουσούρια θωρεί στσι κοπελιές  και δε ν-είναι και ούλα αλήθεια…είπαμε εδά”…

Περνούσε ο καιρός και τίποτα δεν είχε αλλάξει  στην όλη υπόθεση, μέχρι τη ημέρα που του έσκασε το μυστικό η Μελπομένη , η χήρα του Μανωλάκη του ταχυδρόμου…

”Θέλω τονε μωρέ Λευτέρη , κάμε πράμα…κι εγώ τόσους χρόνους χήρα η κακομοίρα έχει γυαλίζει τ’ αμάτι μου”…

”Δε θα σε θέλει καυμένη , είναι παράξενος  κιαμιά δε ν-τ- αρέσει…είσαι και μερικά χρονάκια πλια μεγάλη ντου…μπααααα δε ντο θωρώ να γίνεται πράμα”…

”Βάλε τη ν-αρχή εσύ Λευτεράκη κι ούλα τ’ άλλα είναι δική μου δουλειά”…

Πες πες και μετά από πολλές πιέσεις ο Νικολής δέχτηκε να πάνε επίσκεψη η Μελπομένη με τον Λευτέρη και καλά για να δει τα παιδιά…

Πήγανε λοιπόν… η  χήρα με τα δώρα της για τα παιδάκια τα γλυκάκια της, τα χαμόγελά της  και τα ξετρόζανε τα μωροκόπελα…και τα μεγαλοκόπελα…

Ντυμένη σεμνά με τα μαύρα της… το πουκάμισο της κουμπωμένο μέχρι το λαιμό η φούστα μέχρι κάτω  με ένα σκίσιμο στο πλάι που το μάζευε συνέχεια για να μην φανεί το μπούτι της….

Ο Νικολής σοβαρός ματιά δεν της έριχνε στα ίσια…μόνο λοξές ματιές που η χήρα έκανε πως δεν τις έβλεπε…

Σε μια στιγμή  που ο Λευτέρης είχε αλλού το νου του, πως το έκανε η πονήρω και  άνοιξαν δύο κουμπιά από το πουκάμισό της…το βλέπει ο Νικολής και του πετάχτηκαν τα μάτια έξω…

Τα κλείνει εκείνη και καλά ντροπιασμένη και σε λίγο να σου το σκίσιμο της φούστας  ανοιχτό και όλη η μπουτάρα έξω…

Ο Νικολής άρχισε να στριφογυρίζει στην καρέκλα και  η χήρα να κρυφογελάει από μέσα της… Αυτό ήτανε …είχε κάνει τη δουλειά της…τώρα έπρεπε να φύγει…

”Πάμε Λευτέρη κι έχω δουλειές να κάμω η έρμη…

”Κάτσετε μια ολιά ακόμης να μου κάμετε λιγάκι συντροφιά  του κακομοίρη και μ’ έχει φάει η μονάξιά ”…

”Δεν  είμαστε και για χόρταση…άλλη φορά θα τα ξαναπούμε”…είπε η Μελπομένη με πονηρό χαμόγελο…

Ο Λευτέρης που τα είχε πάρει όλα χαμπάρι  δόξαζε τον Άη Γιώργη και του έταζε λαμπάδες κι άρτους…

Περάσανε λίγες μέρες και οι φίλοι δεν συναντήθηκαν ….απόφευγε ο Λευτέρης επίτηδες για να βγει ο Νικολής να τον ψάχνει…και ένα βράδυ να σου τον στο καφενείο….

”Ήντα γίνηκες και μ’ έχεις παρετημένο στη μοίρα μου, ήντα φίλος είσαι εσύ μωρέ;”

”Εμένα ήντα να με κάμεις μπρε κουζουλέ…όντε σου λεγα να παντρευτείς η μια σου μύριζε κι  άλλη σου βρώμιε”…

”Εμετάνοιωσα το μπρε Λευτέρη εμετάνοιωσα το”…

”Κι ήντα θέλεις εδά να σου κάμω απού έχεις προσβάλει ούλα τα προξενιά που σου καμα;”

”Υπάρχει μια απού μ’ αρέσει και θέλω να πάεις να τηνε γυρέψεις”…

”Ποια ν-είναι μπρε συ, ποια ;”…

”Η Μελπομένη μ’ έχει μπουνταλιασμένο”…

”Ααααντεεεε”…έκανε τον παραξενεμένο ο Λευτέρης…

”Επήγα και θύμιασα και το Δεσποινιό μου και τση το πα…πως δε ντη ναι ξεχνώ,

με στη γκαρδιά μου θα τηνε έχω πάντοτες μα πρέπει να κάμω πράμα για μένα και για τα κοπέλια μας  και πίστεψέ μου μπρε Λευτέρη μ ‘ ονείρεψε το βράδυ και είπε μου να κάμω ότι είναι καλύτερο για τα παιδιά μας”…είπε ο Νικολής και τρέξανε τα μάτια του…

”Γέλα καυμένε Νικολή, άσε το μ-πόνο  πίσω

κι η Μελπομένη καρτερεί και πάω να τση μιλήσω…

Αυτή ‘ναι απου σ’αγαπά από τα παιδικά τζη

και θα ‘χει τα κοπέλια σου σα να ‘ναι τα δικα τζη…

Άμε στολίσου κι ζωή χαρές πολλές χρωστεί σου

κι οι φίλοι περιμένουμε για τη στεφάνωση σου…

Στη χώρα εδά θα κατεβώ τα στέφανα να πάρω

λέω δεν έταξες αλλού θα μ’ έχεις για κουμπάρο…

Γιατί οι φίλοι στη ζωή  στα δύσκολα θα ‘ρθουνε

μα στη χαρά σου φαίνουνται αυτοί που σ’ αγαπούνε…

Κατερίνα Βοτζάκη

“““““““““““““““““““““““““““““““““““““““““““““““““““““““““““

Οι μαντινάδες και οι στίχοι που στείλατε με τις λέξεις κατσιφάρα ομίχλη αντάρα:

 

Σηφάκης Γιώργος – Σιμισακογιώργης (Ρέθυμνο)

Πάνω στα όρη του σεβντά βγήκα να πορπατήσω

μα κατσιφάρα έπιασε κι ‘ εδά πως θα γυρίσω.

 

Γύπαρη Π.Γεωργία (Ασή Γωνιά Αποκορώνου Χανιά)

Εγώ σαλεύω στα βουνά μέσα στην κατσιφάρα

γιατι’ μαι ‘ πο των ανταρτώ και τω βοσκώ τη φάρα.

 

Λεουνάκης Νεκτάριος (Συρίλι Χανιά)

Τα ντρέτα ζάλα των αντρώς αντάρα δεν τρομάζει

όσοι βαδίζουνε ψηλά συνήθισαν στ’ αγιάζι.

 

Μανούσακας Μανούσος Βλαντάς ( Σφακιά Χανιά)

Ο έρωτας σου κοπελιά μοιάζει με τη μαδάρα

να ξεκορφίσω θέλει εγώ κι ας έχει κατσιφάρα.

 

Καλλιτσουνάκη Γιάννα (Ασκύφου Σφακίων Χανιά)

Να ‘μουν σε σπήλιο του βουνού σε μια κορφή μ’ αντάρα

να μην συναναστρέφομαι στ άδικου την κατάρα.

 

Σκουντριδάκης Σήφης (Κουρνάς Αποκορώνου Χανιά)

Τσι φουριαρόγες με χιονιά πήγα να τσι γυαίρω

και κατσιφάρα μ’ έπιασε ν- οθέ ν-το πάνω γύρο.

 

Κουκουμπεδάκη Χαριστή (Γαλιά Ηρακλείου)

Αντάρα και κατσιφαριά αέρας και κρυγιότη

τη δερνοκοπανίζουνε την ακριβή μου νειότη.

 

Μιχελάκη Μαυρεδάκη Μαρία (Χανιά)

Αστραπόβροντια κεραυνοί άγριος καιρός μ’ αντάρες

ο Ψηλορείτης κάτασπρος κι οι Σδακιανές  μαδάρες..

 

Κουκλινός Αντώνης (Ασήμι Μονοφατσίου Ηράκλειο)

Οντο θα συννεφχιάσουνε, τση σκέψης μου τα πλάγια

κατσιφαργιάζει ο ντουνιάς και χάνω τα κουράγια.

 

Τζιγκουνάκη Πετρογλάκη Χαρούλα (Τζιτζιφές Αποκορώνου Χανιά)

Ήθελα λέει να ξώμενα χειμώνα στη μαδάρα

να ‘χω για δρόσος το νερό για σκέπος κατσιφάρα.

 

Ψαθόπουλος Λεωνίδας (Αθήνα)

Μοιάζει η ζωή μου δίχως τζη χειμώνας στη μαδάρα

βρέχει χιονίζει και βροντά μέσα στην κατσιφάρα.

 

Κουλιζάκη Ελπίδα (Φρες Αποκορώνου Χανιά)

Μακριά σου πάντα όπου σταθώ θα βλέπω κατσιφάρα

γιατ’ έφυγες και η χαρά μαύρη μου μοιάζ’ αντάρα.

 

Γύπαρη Κατερίνα (Ασή Γωνιά Αποκορώνου Χανιά)

Στην κατσιφάρα ένα πουλί κάθετε και λογάτε

ποτέ θα ‘ρθει καλοκαιριά την καταχνιά φοβάται.

 

Ζερβουδάκη Κωνσταντίνα (Ρέθυμνο)

Συννεφιασμένος ουρανός βροχή και κατσιφάρα

κι έγινε ένα γέλιο σου μες στην ομίχλη αντάρα.

 

Μιχελάκη Αγνή (Χανιά)

Βροχή χαλάζι και βροντές έφερες στην καρδιά μου

κι ομίχλη νέφη βγαίνουνε σε κάθε αναπνιά μου.

 

Πυρουνάκης Μιχάλης (Αθήνα)

Κρύγιος καιρός με καταχνιά μ’ ομίχλης κατσιφάρα

κι οζά σε μάντρα με παχνιά μην αγριέψει’ η αντάρα.

 

Παπαδάκη Κωνσταντίνα (Μεγαλόπολη Αρκαδίας )

Σα κατσιφάρα έρχονται σαφή σε μένα οι πόνοι

λες και γεννούν πληθιαίνουνε κι όσο παιρνούν οι πόνοι.

 

Λιονής Γιάννης (Ατσιπόπουλο Ρέθυμνο)

Ποτέ σου μην τη φοβηθείς τση καταχνιάς τη μπόρα

βάνε ομπρός το μπέτη σου και να περνάς με φόρα.

 

Ζουρμπάκης Γιώργος (Ρέθυμνο)

Όντε  φυσσά τρελή νοθιά σκόνη κι αντάρα

φέρνει κι έξω δε βγαίνει να τη δω κι απόγνωση με δέρνει.

 

Σταυρουλάκης Νικήτας (Ρέθυμνο)

Αντάρα πήγαινε αλλού και συ αέρα κόψε

γιατί θα πάμε εκδρομή με το σκολειό απόψε.

 

Ζερβουδάκης Προκόπης (Καμπανός Σελίνου Χανιά)

Μίσεψες κι έμοιασε η καρδιά σαν την ψηλή μαδάρα

απού την δέρνει η βροχή  αέρας και αντάρα.

 

Νικηφόρος Νικόλαος (Αξός Μυλοποτάμου Ρέθυμνο)

Λένε πως ξεκαλόκαιρα δεν πιάνει κατσιφάρα

μα εμε τη μαύρη μου καρδιά πάντα τη δέρνει αντάρα.

 

Γαριπαντώνης (Νύβριτος Ζαρός Ηράκλειο)

Στσι τόπους πουν εσμίγαμε έπιασε κατσιφάρα

κι εδά περνώ κι ειν’ ερημιά και πιάνει με τρομάρα.

 

Δρακάκη Ειρήνη (Ρέθυμνο)

Μες την ομίχλη τ’ όνειρου σε ψάχνω κάθε βράδυ

ξυπνώ και την ανάσα σου νιώθω μες το σκοτάδι.

 

Μπούτζουκα Μαρία (Σχολή Ασωμάτων Ρέθυμνο)

Κρύγιος ομίχλη και βροχή σαν λείπες ‘πο κοντά μου

γύρνα να λιάσουνε ξανά οι μέρες στην καρδιά μου.

 

Βοτζάκη Κατερίνα (Ρέθυμνο)

Στον Άη Γιάννη να ‘μουνε απάνω στη μαδάρα

να με σκεπάσει η Σφακιανή τση λεβεδιάς αντάρα.

 

Για το προηγούμενο θέμα γλακώ.

Γαριπαντώνης

Τρέχει ο χρόνος κι αγλακώ να τονε σταματήσω

αλλά δεν έχω δύναμη το φρένο να πατήσω.

Κάποτε ήπιανα κι εγώ και το λαγό στ’ αγλάκι

μα ‘δα τα χρόνια φύγανε κι έγινα γεροντάκι.

 

Το επόμενο μας θέμα είναι η λέξη σκέψη.

τηλ. επικοινωνίας 6981572714.

 

Σχετικά άρθρα

Δείτε επίσης

Close