Όταν ο Μούρμουρας… άρχισε να μουρμουρίζει!!! (2)

Γράφει ο Μανώλης Καρνιωτάκης

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΙΔΡΥΣΗ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΑΪΚΟ ΖΩΓΡΑΦΟ ΜΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΕΡΓΙΑΚΗ – ΜΟΥΡΜΟΥΡΑ

Όταν φτάσαμε τις Νέες Φώκαιες, ο πατέρας μου αμέσως πήγε και συντάντησε τον κουμπάρο του Θεόδωρο Πεπονά. Αυτός τον ενημέρωσε για όλη την τραγικότητα που υπήρχε και μια που ο κουμπάρος είχε περισσότερη ανάγκη, κάλεσε και τον πατερα μου στο σπίτι του να ξημερωθούμε όλοι μαζί.

Πήρε η μητέρα μου και τα τέσσερά μας παιδιά και πήγαμε στο σπίτι. Εκεί ήταν όλοι οι κουμπάροι και όλη η οικογένειά του. Συγκεντρωμένοι περισσότεροι από είκοσι άντρες και πολλές γυναίκες και παιδιά. Ίσως να ήταν και εκατόν πενήντα!!!

Εκείνο το βράδυ, ενωμένοι και αποφασισμένοι σε περίπτωση ανάγκης να αμυνθούμε, ξημερωθήκαμε.

Παιδί ήμουνα…

Όμως μάντευα τις διαθέσεις όλων μας, γιατί έβλεπα ορισμένα τραπέζια καταφορτωμένα με σφαίρες και πολλά όπλα.

Η νύχτα ήταν ατέλειωτη. Στην τοποθεσία που ήταν το σπίτι, ήταν ορατά τα βουνά και οι δρόμοι. Η ώρα μόλις χάραξε, όλοι ανυπομονούσαν και κάθε τόσο άνοιγαν το παράθυρο και έβλεπαν τα βουνά και τους δρόμους.

Περίμεναν το μοιραίο!!!

Ξαφνικά θεάθησαν περί τους 5000 Τούρκοι αντάρτες. Έμπαιναν στην πόλη και ήταν κατά φάλαγγα και ατέλειωτες οι ουρές περνούσαν. Κάποια στιγμή πετάχτηκαν από τη φάλαγγα ορισμένοι αντάρτες, ήλθαν και χτύπησαν την πόρτα στο αφεντικό (κουμπάρος) του σπιτιού. Ήταν γνωστοί του. Υπήρξαν στο παρελθόν παραγιοί και έβλεπαν τα ζώα του αφεντικού. Και μιας και τον γνώριζαν, έπρεπε πρώτα αυτόν να ληστέψουν!!! Άνοιξε το παράθυρο και αφού γνώριζε τον Αχμέτ και τον Αλί, κατέβηκε και τους άνοιξε την πόρτα. Όμως, εκείνη την ώρα δεν ήταν οι παραγιοί… Ήταν αφεντικά και βιαστές. Αμέσως του γύρισαν και οι δύο τα όπλα και με προστακτική διαταγή του ζήτησαν παράδες. Αυτός, με το χαμόγελο θλιμένο, πρόθυμα εκτέλεσε τη διαταγή τους. Ανέβηκε στο δώμα, γέμισε τα δυο του χέρια χρυσές λίρες και ανεβοκατέβαινε μέχρι που χόρτασαν παράδες. Έμειναν ευχαριστημένοι και πήραν την απόφαση να μας προστατέψουν από τους υπόλοιπους αντάρτες για τη ζωή μας.

Έκαναν μια φάλαγγα όλοι και μας έβαλαν στο δρόμο για τη θάλασσα, να μας βάλουν σε ένα καϊκι να μας στείλουν στην Ελλάδα. Όταν φτάσαμε κοντά στο σπίτι μας, ένα μικρό αδελφάκι μου έφυγε από τη φάλαγγα και πήρε κατεύθυνση προς το σπίτι. Η μάνα μου που το είδε, υποχρεώθηκε και έτρεξε να το πάρει. Η φάλαγγα όμως προχωρούσε και απομακρύνθηκε από κοντά μας. Το σοκάκι είχε πλημμυρίσει από αντάρτες. Το παιδί πήγε στο σπίτι του και χτυπούσε την πόρτα, λες και κάποιος θα του άνοιγε. Τότε η μητέρα μου, που κρατούσε ένα άλλο μικρότερο παιδί στην αγκαλιά, σαστησμένη από το φόβο και από την αμηχανία που να πάμε, έκανε το λάθος. Στην απέναντι μεριά ήταν το σπίτι. Η πόρτα σπασμένη. Τα στρώματα πεταμένα. Άνθρωπος δεν βρισκόταν μέσα.

Τότε, έκανε να βγούμε στο ταβάνι. Απάνω από τη σκάλα, ήταν ένα μέρος που μπορούσες να βγεις στο ταβάνι. Αυτή την απόφαση πήρε η μητέρα και για να μην προδοθούμε από τον μικρό και κλάψει, το έβαλε μέσα στα στρώματα και μας ανέβασε επάνω στο τραπέζι που έβαλε μια καρέκλα και ανεβήκαμε με τη βοήθεια ενός νέου και μιας νέας που κρυβόταν και αυτοί εκεί. Ανεβήκαμε μέσα στο ταβάνι.

Οι αντάρτες μέθυσαν από τους πυροβολισμούς. Άκουγες μια βοή… Πρόβατα, ανθρώπους, όλοι φώναζαν. Τελικά ήταν μια κόλαση!!!

Οι αντάρτες μαζεύονταν έξι εφτά μαζί και έμπαιναν στα σπίτια και λεηλατούσαν. Ό,τι πολύτιμο πράγμα έβρισκαν το έπαιρναν. Προπάντως χρήματα. Ήρθαν και στο σπίτι που κρυβόμασταν. Ανέβηκαν απάνω. Βρήκαν τα στρώματα στρωμένα και το παιδί να κοιμάται. Ήταν έξι άνθρωποι. Το ξεσκέπασαν και το έβλεπαν και μάλιστα έκαναν συζήτηση γύρω από το παιδί. Εξερεύνησαν τα μπαούλα και κατόπιν κατέβηκαν και έφυγαν.

Εμείς, καθίσαμε μέχρι που οι πυροβολισμοί απομακρύνθηκαν προς την άλλη περιοχή της πολιτείας. Τότε, όλοι οι μεγάλοι πήραν την απόφαση να φύγουμε. Κατεβήκαμε από το ταβάνι, βγήκε ένας στο δρόμο προσεκτικά, παρατήρησε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος και φύγαμε βιαστικά με κατεύθυνση το βουνό. Δεν συναντήσαμε καμία δυσκολία μέσα από τα περιβόλια που περνούσαμε. Φτάσαμε μέσα σε δασωμένα εδάφη και πάρα πολύς κόσμος ήταν μέσα στο δάσος. Είχαν ένα παιδί εγκαταλελειμένο και ποιος ξέρει ποιανού ήταν και η μάνα μου το λυπήθηκε και με παρότρυνε να το πάρω. Και εγώ το πήρα.

Το σήκωνα περισσότερο από δύο ώρες. Φτάσαμε σε μέρος κατοικήσιμο. Αμπέλια… Σπίτια και κόσμος!!!

Καθίσαμε για να ξεκουραστούμε. Ήταν και μια αμυγδαλιά. Αφησα το παιδί και ανέβηκα στην αμυγδαλιά για να κόψω αμύγδαλα. Άκουσα έναν πυροβολισμό και πολλοί άνθρωποι έτρεχαν φωνάζοντας πως έρχονται οι Τούρκοι!!!

Άρπαξα το παιδί και έτρεξα πίσω από τη μάνα μου και τον άλλο κόσμο. Ήμουν κοντά στο αμπέλι και το παιδί το χτυπούσαν τα κλήματα και έκλαιγε μέχρι να φτάσουμε στον πολύ κόσμο που ήταν συγκεντρωμένος. Περί τους δέκα χιλιάδες ήταν εκεί πολλές ημέρες. Άνθρωποι από χωριά αλλά και από τις Νέες Φώκαιες. Πολλοί βοσκοί έφερναν τα πρόβατα. Τα άφηνα μέσα στον κόσμο και έλεγαν:

– Σφάξετέ τα να μην τα πάρουν οι Τούρκοι.

Έσφαζαν και είχαν καζάνια και έβραζαν κρέατα και ο κόσμος έτρωγε.

Η παραμονή μας κράτησε τρεις με τέσσερις ημέρες. Κάθε αργά ερχόταν ένα βαπόρι. Έσερνε μερικά καϊκια με σβηστά τα φώτα και φόρτωνε κόσμο και τον μετέρερε στα ελληνικά νησιά. Αλλά και αυτό δεν ήταν εύκολο. Το σκάφος που πλησίαζε την ακροθαλασσιά, ήταν καταδικασμένο να βυθιστεί άδοξα, διότι ο κόσμος έτρεχε και έμπαινα πολλοί περισσότεροι από την αντοχή του καϊκιου με αποτέλεσμα να βυθιστεί.

Μετά από πολλές ημέρες κατορθώσαμε να μπούμε σε ένα βαπόρι. Είμασταν οκτώ χιλιάδες άνθρωποι. Πήγαμε στη Μυτιλήνη. Κάναμε τρεις ημέρες στο βαπόρι χωρίς να υπάρχουν βάρκες να μας βγάλουν στη στεριά. Μείναμε χωρίς νερό και φαγητό. Μετά μας έβγαλαν σε ένα χωριό. Το έλεγαν Ερρεσό. Οκτώ χιλιάδες άνθρωποι, πεινασμένοι και σε μια ακροθαλασσιά. Έκαναν συσσίτια και μοίραζαν στον κόσμο. Εμάς, ήρθε  μια δασκάλα από ένα χωριό που ήταν τρεις ώρες μακρυά από την Ερρεσό και το έλεγαν Μεσότοπο. Αυτή η δασκάλα είχε δύο σπίτι και μας έδωσε το ένα και μείναμε. Καθίσαμε στο σπίτι ένα μήνα, όποταν είδαμε στην εφημερίδα πως ο βαρύτερος τραυματίας στο νοσοκομείο το προσφυγικό ήταν ο πατέρας μου με μαχαιριές.

 

Και τώρα σταματάμε, για να περιγράψουμε για τον Γεώργιο Τεργιακή, πώς έπαθε αυτή τη συμφορά.

Όταν οι δύο Τούρκοι κατέβασαν τον πατέρα μου και γενικά αυτόν τον κόσμο, τον έβαλαν σε ένα καϊκι για να φύγουν για την Ελλάδα. Τότε ο πατέρας μου είδε, πως όλα τα παιδιά του και η γυναίκα του έλειπαν.

Είπε: «Εγώ θα γυρίσω πίσω για να εύρω τα παιδιά και τη γυναίκα μου. Άλλωστε τι τη θέλω τη ζωή χωρίς τα παιδιά και τη γυναίκα μου;»

Γύρισε και έφτασε μέχρι το σπίτι μας. Παρουσιάστηκαν πέντε Τούρκοι και τον έπιασαν. Του αφαίρεσαν του ρούχα και τα υποδήματα και τον άφησαν με τις κάλτσες και τα σώβρακα, γιατί τα ρούχα ήταν αξίας και τα κράτησαν. Εκτός από αυτό, τον αφαίρεσαν όλες τις οικονομίες που είχε κάνει εις όλη τη ζωή του. Ήταν 650 λίρες χρυσές. Και αφού τις πήραν, θέλαν να τον σκοτώσουν!!!

Δύο τον βαστούσαν από το ένα χέρι και δύο από το άλλο και ο πέμπτος που βαστούσε ένα γιαταγάνι και με πείσμα προσπαθούσε να το μπήξει εις την κοιλιά του. Αυτός, αφού έβλεπε τον κίνδυνο του θανάτου, άρπαξε το μαχαίρι από την κόψη και δεν άφηνε τον Τούρκο να το μπήξει στην κοιλιά του. Αλλά το μαχαίρι τον έκοψε τα χέρια και επειδής ήταν μακρύ και μεγάλο τον χτυπούσε εις το πρόσωπο και τις δύο φορές που επιχείρησε. Όταν είδε πως δεν μπορούσε να τον ξεκοιλιάσει πήγε από το πίσω μέρος. Σήκωσε το γιαταγάνια και τον έδωσε μιαν κοφτή. Και επανέλαβε να τον καφρώνει το μαχαίρι στην πλάτη. Τον είχαν δώσει επτά καρφωτές εις την πλάτη. Τότε, ω!!! του θαύματος, παρουσιάστηκε ένας Τούρκος Φωκιανός που γνώριζε τον Γεώργιο Τεργιακή και αμέσως επενέβη και με παρακάλια να μην τον σκοτώσουν και να τον αφήσουν ως τον είχαν, και αφού ο Τούρκος έκλαιγε, τους ανάγκασε να σεβαστούν τη θέλησή του. Αυτοί, τον άφησαν και του είπαν:

«Για το χατήρι σου, θα τον αφήσουμε να ζήσει. Εμείς ακόμα δεν σκοτώσαμε κανέναν Γκιαούρη και αυτός ας έχει χάρη σε εσένα…».

Αφού τον άφησαν και δεν τον σκότωσαν, πήρε το δρόμο προς την θάλασσα. Η απόσταση μέχρι την ακτή, ήταν σαν 500 μέτρα. Έφτασε εκεί και είδε το καϊκι απομακρυσμένο περί τα 200 μέτρα και επειδής ήταν μπονάτσα, ένα βαρκάκι το τραβούσε. Τότε, φώναξε με όση δύναμη του είχε απομείνει:

«Έλα κουμπάρε να με πάρετε!!!».

Ο κουμπάρος, γνώρισε τη φωνή του και αμέσως έριξαν μια άλλη βάρκα που είχαν μέσα στο καϊκι. Μπήκαν μερικοί γεροδεμένοι άνθρωποι, έπιασαν τα κουπιά και έφτασαν μέχρι την ακροθαλασσιά. Τον είδαν μέσα στα αίματα. Τον άρπαξαν και τον έβαλαν μέσα στη βάρκα. Του ήρθε μια λιποθυμιά όταν τον ανέβασαν. Είχαν επάνω στο καϊκι χάρτες από καπνό και αμέσως του έδεσαν τις πληγές. Το σκάφος έφθασε εις την πρωτεύουσαν Μυτιλήνη και αμέσως μετακομίστηκε στο νοσοκομείο και του επιβλήθηκε θεραπεία. Οι τοπικές εφημερίδες κάθε μέρα έγραφαν αυτούς που έμεναν τραυματίες στα νοσοκομεία και μεταξύ αυτών των τραυματιών έγραφαν και για την κατάσταση του πατέρα μου.

Αυτό είδε η δασκάλα που μας φιλοξενούσε στο σπιτάκι της και φαίνεται ότι η μάνα μου την είχε ενημερώσει για το όνομα, το επίθετο και γενικά για τον πατέρα μου.

Όταν η μάνα μου είδε το όνομά του στην εφημερίδα ότι ήταν στο Νοσοκομείο το Προσφυγικό (γιατί έτσι το είχαν ονομάσει) λόγω ότι όλοι οι μεταφερόμενοι από τη Μικρά Ασία ήταν εκεί μέσα, αμέσως τον έκανε ένα τηλεγράφημα. Ότι δηλαδή, είμεθα εις τη ζωή η γυναίκα του και τα τρία παιδιά του και είμεθα εις το χωριό Μεσότοπος.

Παράλληλα, τον έστειλε και παράδες γιατί όπως είπαμε, η μάνα μου κρατούσε 150 λίρες επάνω της, και αυτά τα χρήματα της έδωσαν δύναμη και ελπίδα για την παραπέρα ζωή.

Όταν έλαβε την είδηση και τα χρήματα ο πατέρας μου, αμέσως ζήτησε από τον ιατρό να τον αφήσει να έβγει από το νοσοκομείο για να έρθει να μας συναντήσει. Αλλά αυτό ήταν αδύνατο να επιτραπεί από τον ιατρό, διότι είχε δέκα μαχαιριές απάνω του!!!

Τότε, αναγκάστηκε να στείλει κάποιον να του αγοράσει ένα κοστούμι, διότι δεν φορούσε όταν τον έβαλαν στο νοσοκομείο.. Αφού τον πήγε τα ρούχα αυτός που τα αγόρασε, τα πήρε αμέσως όπως ήταν δεμένα, κατέβηκε στο προαύλιο όπου οι άρρωστοι έκαναν περιπατάκι και έκανε και ο πατέρας μου το ίδιο.

Σε μια ευκαιρία μοναξιάς, πήδηξε το μπεντενάκι και βγήκε εις το δρόμο. Αμέσως έβαλε το κοστούμι που του είχαν αγοράσει και αναχώρησε για να έρθει να μας προστατέψει.

Διάνυσε εννέα ώρες δρόμο και μια θάλασσα λίγα μίλια. Έπειτα, άλλο τόσο δρόμο και έφτασε εκεί που μέναμε!!!

Η χαρά και η θλίψη ενώθηκαν και πλημμύρισαν κλάματα και χαρές μαζί. Μόνο που αυτά δεν μπορώ να τα περιγράψω. Πήραμε τα βουνά. Φτάσαμε στην ίδια θάλασσα και περάσαμε αντιπέρα. Φτάσαμε σε μια κωμόπολη. Εκεί βρήκαμε ένα σπίτι και μας έβαλε ο μπαμπάς. Κατόπιν έφυγε για το νοσοκομείο.

Στο νοσοκομείο έκανε οκτώ μήνες μέχρι που έλαβε την άδεια του νοσοκομείου και ήρθε να μας ξαναβρεί, αλλά δεν μπορούσε να εργαστεί. Κάθισε άλλα δύο χρόνια άεργος. Τα λεφτά που κρατούσε η μάνα μου, τα φάγαμε. Έκανε δουλειές του ποδαριού. Μας δώσανε ένα τούρκικο σπίτι στην κωμόπολη Πολυχνήτο (Πολύχνη) στην Απάνω Γρίπα, που ήταν ξεχωριστό μέρος, σε λίγη απόσταση από την πόλη (Μυτιλήνη). Όταν πήγαμε εκεί, απέθανε η μάνα μας και άφηκε τέσσερα μικρά παιδιά. Το μικρότερο ήταν δύο χρονού!!!

Ο πατέρας, δεν ήταν εύκολο να τα διατηρήσει και η ανάγκη τον υποχρέωνε για μια γυναίκα να πάρει να μεγαλώσει αυτά τα παιδιά. Όπως και έγινε.

Αλλά, αυτή, για να τον αποδεχτεί τον άνδρα έδιωξε τα δικά της τα παιδιά, γιατί ο πατέρας μου, δεν ήταν δυνατόν να τα ζήσει όλα και δικά του και ξένα. Της είπε:

– Εγώ θέλω μια γυναίκα χωρίς παιδιά, γιατί έχω τα δικά μου. Και αυτή δέχτηκε.

– Εγώ θα διώξω τα δικά μου παιδιά. Δέχεσαι να με πάρεις;

Τότε ο πατέρας μου, της είπε: «Εντάξει, θα σε πάρω χωρίς παιδιά» και συμφώνησαν να στεφανωθούν.

Αυτοί κάθονταν εις την Κάτω Γρίπα. Με άφησε και έβλεπα τα μικρά αδελφάκια έως που την έφερε στο σπίτι, ύστερα από τρεις με τέσσερις ημέρες. Όταν ήρθαν, εγώ απαλλάχτηκα από τη διατήρηση των αδελφών. Αυτή ανέλαβε τα συζυγικά της καθήκοντα.

Το σπιτάκι που μας είχαν παραχωρήσει, ήταν μικρό. Μόνο μία κάμαρα και έπρεπε να πλαγιάζουν ο ένας δίπλα στον άλλο. Και επειδής εγώ ήμουν σε ηλικία που καταλάβαινα… άρχισε η μητριά την γκρίνια για να φύγω από το σπίτι. Κάθε βράδυ μάλωναν και αφορμή ήμουν εγώ. Αυτή η κατάσταση έπρεπε να πάρει ένα τέλος, όπως και έγινε.

Όταν ένα βράδυ ήρθε από τη δουλειά, ο πατέρας μου με φώναξε. Τον πλησίασα χωρίς να γνωρίζω τι με ήθελε. Με άρπαξε και άρχισε να με δέρνει χωρίς να γνωρίζω γιατί.

Αφού με άλλαξε τα φώτα εις το ξύλο, με είπε:

– Να φύγεις από το σπίτι και να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου.

Ήταν βράδυ, σκοτεινά. Που να πάω; Εβγήκα εις τον δρόμο… Απέναντι, ήτανε ένα περιβόλι τούρκικο και είχαν μια γούρνα που βάζουν νερό. Ήταν στεγνή και μια που φοβόμουνα να απομακρυνθώ, πήδηξα τον τοίχο και μπήκα στη γούρνα. Ήταν καλοκαίρι. Την εποχή που είναι αχλάδια και σταφύλια. Φορούσα ένα πουκάμισο και όταν η νύχτα πέρασε μετά τα μεσάνυχτα, ήταν για μένα ανυπόφορη. Φοβόμουν να απομακρυνθώ από κοντά από το σπίτι μας. Όσο δύσκολα και αν με φάνηκε… στο τέλος ξημέρωσε.

Άρχισε να με δέρνει η πείνα. Ποιος θα με δώσει να φάγω που ήμουνα και μια δόση ντροπαλός; Έκανα μια δική μου σκέψη. Να έβγω στην εξοχή, να εύρω από κανένα αμπέλι σταφύλια και αχλάδια που ανθούσαν εις την ύπαιθρο. Πράγατι. Αυτό με βοήθησε. Πήγα σε αμπέλια. Κανείς δεν με έβλεπε και κανείς δεν νοιαζόταν για τη ζωή μου και την αφάλειά μου. Το είχα πάρει απόφαση. Έφαγα σταφύλια γιατί δεν είχα τίποτα άλλο. Γέμισα και ένα μαντήλι και έφαγα το βράδυ.

Μπήκα στην πολιτεία. Ζήτησα από έναν άνθρωπο δυο τρία σπίρτα και χάζευα εκεί που σύχναζαν παιδιά στην ηλικία μου. Παρηγοριόμουνα που ήμουν κι εγώ παιδί, με τη διαφορά πως δεν είχαν κανέναν εγώ. Όταν παρήλθε η νύχτα τα παιδιά έφυγαν για ύπνο και οι άνθρωποι χάθηκαν για να κοιμηθούν και πια κανείς δεν ήταν δίπλα μου να με παρηγορήσει, μόνο η μοναξιά και το πυκνό σκοτάδι…

 

Συνεχίζεται…

Σχετικά άρθρα