Με μαντινάδες & όνειρα

Γράφει η Κατερίνα Βοτζάκη

Όταν αρρώστησε η Ελένη, η κόρη του Γιάννη και της Ευτέρπης, ήταν είκοσι χρονών…

Αρραβωνιασμένη  με τον Σπύρο δύο χρόνια αλλά από μικρά παιδιά μαζί, ετοίμαζαν τον γάμο τους σιγά σιγά…

Το στερνοπούλι και η μοναδική κόρη της οικογένειας μεγάλη αδυναμία των γονέων της η όμορφη Ελένη, το ”αποκούμπι” τους όπως την έλεγαν.

Εκεί μέσα στις ετοιμασίες και στη μεγάλη βαβούρα  το κορίτσι λιποθύμησε…

Ούτε τα νερά ούτε οι κολόνιες κατάφεραν να την συνεφέρουν…

Ο δρόμος για το νοσοκομείο  φαινόταν ατελείωτος…τα χείλη σφιγμένα…οι καρδιές πέτρα…και οι προσευχές βουβές…

Η διάγνωση των εξετάσεων  ήταν πολύ σκληρές…

<<Πολύ αργά , δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, μα δεν είχατε καταλάβει κάτι;>>…

Όλοι νόμιζαν πως είναι κουρασμένη από τις προετοιμασίες του γάμου…που να πάει το μυαλό τους…

Νόμιζαν πως ζούσαν έναν εφιάλτη, ένα κακό όνειρο…ότι… να… τώρα θα ξυπνήσουμε και  όλα θα είναι καλά…όλα…

Τίποτα όμως δεν ήταν καλά, τίποτα δεν πήγε καλά….

Σε μια εβδομάδα το Λενιώ πέταξε  με τα γαλάζια της μάτια να έχουν δύο δάκρυα στην άκρη τους…

Όλο το χωριό είχε βαρύ πένθος…

Οι νοικοκυρές δεν έβγαιναν στις αυλές να ποτίσουν τα λουλούδια…ξεράθηκαν όλα…

Οι γονείς γέρασαν σε μια μέρα …άσπρισαν…Όλη η ζωή τους  το νεκροταφείο…πρωί , βράδυ εκεί μαζί αγκαλιασμένοι να κλαίνε το παιδί τους, γιατί στο σπίτι ήταν και τα εγγονάκια που έψαχναν τη θεία Λένη τους και δεν ήθελαν να τα στεναχωρήσουν….

<<Ο Χάρος έκατσε ψηλά και τραγουδεί πανώρια

λέει τραγούδια τση χαράς και περισσοκαυχάτε…

Για ιδες σπίθια τα ρήμαξα κι αυλές αράχνιασά τση

κι αδέρφια που ξεχώρισα.>>…σιγοψυθίριζε ο Γιάννης πάνω από το μνήμα…

<< Έχει περάσει ένας χρόνος Γιαννάκο μου , μη ντο τραγουδείς μπλιο τούτονα το ριζίτικο και μου καίς τα σκώθια μου>>…

<<Άχι μπρε γυναίκα μου σα να ‘ναι σήμερο μου φαίνεται, όσα χρόνια και να περάσουνε ετσα λοής θα πονούμε ήθελα να κατέω;>>…

<<Όι άντρα μου έχουμε και χαρές μπροστά μας, έχουμε τα άλλα μας κοπέλια , τα εγγονάκια μας … το Σπύρο μας που βγαίνει από το ψυχιατρείο αυτές τσι μέρες…κοπέλι μας κι αυτό, έχασε την γυναίκα που αγάπα από μικιό κοπέλι και δεν άντεξε το  παιδί μου>>…

<< Πρέπει να τηνε ξεχάσει και να σιάξει τη ζωή ντου…να παντρευτεί να κάμει κιανένα κοπελάκι να ηρεμήσει και του λόγου ντου>>…

<<Ούλα θα γίνουμε άντρα μου με το καιρό ντους>>…

Ο Σπύρος χτύπησε την πόρτα τους την άλλη μέρα το πρωί…

<<Μάνα>>….είπε και αγκάλιασε την Ευτέρπη και έτσι τους βρήκε ο Γιάννης…αγκαλιασμένους να κλαίνε…

<<Μη κλαίεις κοπέλι μου και αρρωστήσεις πάλι να το ξεπεράσεις σιγά σιγά… το Λενιώ μας δε θα το θελε να σε θώριε σε τέθοια κατάσταση>>…

Και περνούσαν τα χρόνια, δύο, τρία τέσσερα και ο Σπύρος δεν είχε βγάλει ακόμα από το χέρι του τη βέρα…

<<Σπύρο μου βγάλε το αρραβώνα από τη χέρα σου κοπέλι μου καιρός δεν είναι μπλιο; Φέρε μας μια κοπελιά κι εμείς θα την αγαπούμε σα ντη κόρη μας…αλήθεια σου το λέω Σπύρο μου, κάμε μου το χατήρι κατές ήντα χαρά θα πάρουμε ούλοι μας;>>…

<<Είναι μια κοπελιά στη δουλειά μου μάνα που έχει περάσει κι αυτή πολλά…δυό μήνες παντρεμένη και έπεσε ο άντρας της από τη σκαλωσιά και τον έχασε…πριν δυο τρία χρόνια…μα δεν έχουμε τίποτα , αλλά συμπαθιόμαστε…μα ότι και να γίνει τη θέση της Ελένης μου δε θα την πάρει καμμιά>>…

Και την γνώρισαν και την αγάπησαν σαν δικό τους παιδί…

Τον επόμενο χρόνο ο Σπύρος βάφτιζε την κόρη του…

<<Και το όνομα αυτής Ελένη>> …είπε ο παπάς και όλοι βούρκωσαν από συγκίνηση…

 

Κατερίνα Βοτζάκη

 

 

Οι μαντινάδες και οι στίχοι που στείλατε με τη λέξη, σιμώνω.

 

Μαρινάκης Γιάννης ( Ρέθυμνο )

Σε ένα νεκρό και στο γονιό μονάχα χαμηλώνω
το βλέμμα μου με σεβασμό την ώρα που σιμώνω.

 

Λιανέρης Νίκος ( Σίσες )

Δε μου σιμώνει η χαρά με αποφεύγει η λύπη

κι η μοναξιά η φίλη μου κι αυτή με εγκαταλείπει.

Πριν μου σιμώσεις στεναγμέ αρώτησε τον πόνο

ήντα ‘δε και μ αρνήθηκε και με ‘χει αφήσει μόνο.

Δεν έχω κορωνοϊο μην με γεμίσεις πόνο

και μ’ αποφεύγεις και μου λες κοντά σου μη σιμώνω.

 

Λεουνάκης Νεκτάριος ( Συρίλι Χανιά )

Ήλιε μου ποιο ξημέρωμα σιμώνει στη μαθιά σου

να του κεντήσω τ’ άρωμα πού ‘χει η αναπνιά σου.

 

Αυγουστάκη Χαρά ( Ρέθυμνο )

Σιμώνει ο πόνος, τση χαράς για να την κάνει πέρα

μ’ αυτή μ’ ένα χαμόγελο, του κόβει τον αέρα.

 

Κολυβάκη Ι.Ελένη ( Ρέθυμνο )

‘Οντε σιμώνει η ύστερη τ’ ανθρώπου η στιγμή του
Θέτει, ξυπνά και δεν ξεχνά να πει την προσευχή του.

 

Ντίκα Σχοινάκη Ελένη ( Ρέθυμνο )

Εκειά που βρίσκεσαι εσύ η έγνοια μου σιμώνει
κι αν κουραστεί στο πλάι σου έρχεται και ξαπλώνει.

Εγώ πονώ εγώ ποθώ εγώ αγαπώ για σένα
και σένα ούτε η σκέψη σου δε σίμωσε σε μένα.

 

Σταυρουλάκης Γιώργος -Σταυρουλής ( Χανιά )

Μπαίνει φωθιά φεύγω μακριά κοντά δε θα σιμώσω
ποτέ δεν έκαμα φιλιά και να την προδώσω.

 

Καπετανάκης Γιάννης ( Θεσσαλονίκη )

Όσο σιμώνει ο καιρός για μιά χρονιά που κλείνει
αναστορούμε τση στιγμές τις έμορφες π’ αφήνει.

 

Μαυρεδάκη Μιχελάκη Μαρία ( Χανιά )

Εγώ τ’ ονείρου την χαρά έχω γνωρίσει μόνο

ξύπνια απαγορεύεται και όπου ‘ναι δεν σιμώνω.

 

Νερατζούλη Χρυσούλα ( Αθήνα )

Σιμώνει λένε ο καιρός στου χρόνου το μπεντένι
να παγουδιάσει τσι πληγές στσ’ αγάπης το τεφτέρι.

 

Κιαγιάς Γιώργος ( Ρέθυμνο )

Ήθελα και να κάτεχα η σκέψη ανέ σιμώνει

πως θα τη βρει μια λυγερή να παγουδιούν οι πόνοι.

 

Δουρουντουδάκης Γιώργος ( Ρέθυμνο )

Σιμώνω και θωρώ τηνε και τσι πετώ τι χέρα
για να πιαστεί να σηκωθεί, Ελλάδα μου μητέρα.

 

Μπούτζουκα Μαρία ( Σχολή Ασωμάτων Ρέθυμνο )

Σιμώνουσι μου οι χαρές μα ‘γω δεν τσι γνωρίζω

γιατί με πόνους έμαθα τη ζήση να γλεντίζω.

 

Κουκουμπεδάκη Χαριστή ( Γαλιά Ηράκλειο )

Του κόσμου να ‘χεις τα χρυσά κάστρα ψηλά κι ‘α χτίζεις
σα δε σιμώνεις τσ’ αθρωπιάς πράμα δε ντιγιαξίζεις.

 

Λυκούδη Στέλλα ( Ρέθυμνο )

Έξω απ’ την πόρτα της καρδιάς στέκει η μοίρα μόνη
και μου σιμώνουν οι χαρές μ’ αυτή τις ανελώνει.

 

Τσαφαντάκη Πελαγία ( Ρέθυμνο )

‘Οντε σιμώνει η σκέψη μου στην εδική σου απάνω

στην ευτυχία αργά αργά και στην αγάπη φτάνω.

Σιμώνει η σκέψη μου κοντά στην εδική σ’ αγκάλη

με άσπρο χρώμα βάφω το, το μαύρο μου το το χάλι.

Σιμώνω σου σιμώνεις μου κι αχνιά μιλιά δε βγάνω

ετσά ‘χω μάθει ν’ αγαπώ τσι άλλους, παραπάνω.

 

Λουλουδάκης Μαρίνος ( Ηράκλειο )

Δεν ζήτησα τη λύπηση για το δικό μου πόνο

μόνος τραβώ το Γολγοθά και στο Σταυρό σιμώνω.

 

Κουτσελάκης Αντώνης ( Ιεράπετρα )

Ανάθεμα τον για σεβντά κι ενώ πονεί σιμώνω

κι ώρες στο σώμα τση πληγές π’ ανοίγει καμαρώνω.

 

Σπυριδάκης Μιχάλης ( Άγιοι  Δέκα Μεσσαράς Ηράκλειο )

Την ήκουσα και ήβηχε κι είχε στο μπέτη πόνο
με τόσανα απού γροικώ δε τζη ξανα σιμώνω.

 

Ζερβουδάκης Προκόπης ( Καμπανός Σελίνου Χανιά )

Σ΄ άνθρωπο που ‘ναι δίμουρος ποτέ μου δεν σιμώνω

γιατί το γέλιο κλέβει μου κι αφήνει μου τον πόνο.

 

Καλλέργης Κωνσταντίνος ( Ρέθυμνο )

Στένω τ’ αυτί στή γειτονιά σιμώνω στην αυλή σου
χαρά ‘χω να τηνε γροικώ σκιάς την αθιβολή σου.

 

Καζά Μαρία ( Χίος )

Χίλιες φορές στη σκέψη μου κοντά σου πλησιάζω

σαν το πουλί ψάχνω κλαδί τη νύχτα να κουρνιάζω.

 

Λεώνης Γιάννης ( Αθήνα )

Στο πέργιαυλο τ’ ονείρου μου κατσά κατσά σιμώνει

παλιού σεβδά κορωνοϊός σα ντη φωθια με ζώνει.

 

Γύπαρη Π.Γεωργία (Ασή Γωνιά Αποκορώνου Χανιά )

Όσο σιμώνω τση χαράς γυρίζει μου την πλάτη

αλλά μαζί σου στου σεβντά βρίσκομαι το παλάτι.

 

Σηφάκης Γιώργης -Σιμισακογιώργης ( Ρέθυμνο )

Βρήκε τον κορωνοϊό λόγο μη μου σιμώνει

κι εδά ζητά διαζύγιο να πα’ να ζήσει μόνη.

 

Σκουντριδάκης Σήφης ( Κουρνάς Αποκορώνου Χανιά )

Και τ’ άστρα ‘ντε σιμώσουνε και σμίξει το ‘να τ’ άλλο

μια μαύρη τρύπα κάνουνε κι’ ηφαίστειο μεγάλο.

 

Κουλιζάκη Ελπίδα ( Φρες Αποκορώνου Χανιά )

Σιμώνω πάντα σαν θα δω άνθρωπο να σου μοιάζει

δεν είσαι ‘συ όμως κι  αυτό παρηγοριά μοιράζει.

 

Καλλιτσουνάκη Γιάννα ( Ασκύφου Σφακίων Χανιά )

Κάθε χαρά την προσπερνώ, ξοπίσω, δε σιμώνω

όσες κι αν είχαν σβήνανε στο ύστερο μου πόνο.

 

Μαυρουδή Μαρία ( Μοίρες Ηράκλειο )

Όντε σιμώνει η αυγή σβήνει και τ’ όνειρό μου

απού ‘χα και κανάκιζα εσένα στο πλευρό μου.

 

Ψαθόπουλος Λεωνίδας ( Αθήνα )

Μοίρα για το ινάτι σου κάθε που της σιμώνω

μου παγουδιαίνει της καρδιάς όποιο κι αν έχει πόνο.

 

Κουκλινός Αντώνης ( Ασήμι Μονοφατσίου Ηράκλειο )

Κοντοσιμώνει ο καιρός να ξανανταμωθούμε

και φαίνεται μου απ’ τη χαρά, πως θα κουζουλαθούμε.

 

Παπαδοδημητράκης Νίκος ( Χανιά )

Σιμώνω πάλι του Χριστού και τον ρωτώ ανε ξέρει

γιατί δικοί μου άνθρωποι μου κάρφωσαν μαχαίρι.

 

Λιονής Γιάννης (  Ατσιπόπουλο Ρέθυμνο )

Χατήρι μου ‘ καμ’ η χαρά και σίμωσε στο γέλιο

κ’ αισθάνθηκα τη δύναμη σαν το γερό θεμέλιο.

 

Παπαδάκη Κωνσταντίνα ( Μεργαλόπολη Αρκαδίας )

Κοντοσιμώνω τη χαρά μα ‘κεινη μ’ αποφεύγει

κι αν πάω να γραπώσω την πάντοτε μου ξεφεύγει.

 

Στεφανάκης Μιχάλης ( Γάλλου Ρέθυμνο )

Σιμώνει η Ανάσταση, αδέρφια αγαπηθείτε

ο γης στα μάθια τ’ αλλουνού τον Κύριο μας δείτε.

 

Νικηφόρος Νικόλαος  ( Αξός Μυλοποτάμου Ρέθυμνο )

Εις την αυτοκαταστροφή η σκέψη με σιμώνει

αφού στα χέρια τζη βαστά η μοίρα το τιμόνι.

 

Δανδουλάκη Ελευθερία ( Νίθαυρη Αμαρίου Ρέθυμνο )

Σιμώνω μήπως και τον δω στα χέρια μου και φεύγει

δεν ξανακάνω όνειρα που η αυγή τα παίρνει.

 

Δρακάκη Ζωή ( Ρέθυμνο )

Ανάθεμασε βάσανο και γιάντα μου σιμώνεις

γλακάς και βρίχνεις τ’ όνειρο που ζω και το σκοτώνεις.

 

Γύπαρη Κατερίνα ( Ασή Γωνιά Αποκορώνου Χανιά )

Εσίμωσα για να σε δω μα έφυγες μακριά μου

γκρεμίστηκαν τα όνειρα που είχα στην καρδιά μου.

 

Νικήτας Σταυρουλάκης ( Ρέθυμνο )

‘Οντε σιμώνει το πρωί και πρέπει να ξυπνήσω

από το άλλο μου πλευρό μου ‘ρχεται να γυρίσω.

 

Ζουρμπάκης Γιώργος ( Ρέθυμνο )

Όταν η νύχτα ξεψυχά  κι ταχινή σιμώνει

ο ήλιος που ‘ναι δίκαιος για όλους ξημερώνει.

 

Βοτζάκη Κατερίνα ( Ρέθυμνο )

Κι αν μου σιμώσει μια χαρά τση λέω αλάργο άμε

να μη σε κάμει ο πόνος μου και γονατίσεις χάμε.

 

Για το προηγούμενο θέμα με τη λέξη ξαμώνω

Μαυρεδάκη Μιχαλάκη Μαρία ( Χανιά )

Θα σημαδεύω όσο ζω τ’ ονείρου μου το στόχο

κι ας είναι κάτι άπιαστο που δεν μπορώ να το ‘χω..

 

Το επόμενο μας θέμα είναι η λέξη: αψηφώ ( δεν φοβάμαι -δεν τρομάζω- δεν υπολογίζω )…

Τηλέφωνο επικοινωνίας 6981572714…28310 53791 (απογευματινές ώρες).

Σχετικά άρθρα

Δείτε επίσης

Close