«Με την ευκαιρία του εορτασμού της επετείου για την εθνική μας Παλιγγενεσία, η οποία φέτος συνέπεσε με την ενθρόνιση των δύο νέων Ιεραρχών της Εκκλησίας της Κρήτης, δημοσιεύω το παρών άρθρο, που αποτελεί τμήμα του υπό έκδοση βιβλίου μου (Η Κρήτη στα χρόνια της Βενετοκρατίας), προκειμένου να μάθουν οι αναγνώστες μας τα δεινοπαθήματα του Λαού μας κατά την εν λόγω περίοδο 1211 – 1669»
Οι Βενετοί δεν υπήρξαν ποτέ φανατικοί καθολικοί. Για κείνους ίσχυε η αρχή (primo Veneziani, poi Christiani), δηλαδή πρώτα Βενετοί και έπειτα χριστιανοί. Το πρώτιστο μέλημά τους ήταν να παγιώσουν την πολιτική τους κυριαρχία στη νέα τους κατάκτηση και να εκμεταλλευτούν οικονομικά την Κρήτη, μια και ο μόνιμος οδηγός των πολιτικών τους ενεργειών ήταν το συμφέρον. Για να το καταφέρουν έφερναν κι εγκαθιστούσαν αποίκους κατά διαστήματα, προκειμένου να αλλοιώσουν τη σύνθεση του πληθυσμού. Ο λαός συσπειρώθηκε τότε γύρω από τις αρχοντικές οικογένειες (αρχοντορωμαίους) και την Ορθόδοξη Εκκλησία, που στην πορεία αντιλήφθηκαν οι Βενετοί, ότι αυτή ήταν ο ισχυρότερος και περισσότερο επικίνδυνος αντίπαλος. (Δετοράκης 1986α, 198). Δεν ήταν μόνο η διαφορά του Δόγματος, συνεχίζει ο ίδιος, που χώριζε τους δύο λαούς, Κρητικούς και Βενετούς, ήταν και οι ξενοφερμένες δυτικότροπες αντιλήψεις, τις οποίες απέρριψε ο λαός και στήριξε με πάθος τη βυζαντινή ιδέα….. Με τη διπλωματική εμπειρία που διέθεταν οι Βενετοί, διέβλεπαν πως ο κεντρικός άξονας, ο οποίος στηρίζει την προσωπική και την εθνική ταυτότητα του Ρωμιού, ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό με πρωτοφανές πάθος χτυπούσαν τη σπονδυλική στήλη του γένους, προκειμένου να πετύχουν το ανόσιο έργο τους, που απέβλεπε στην ολοκληρωτική υποταγή της Ρωμιοσύνης κάτω από τη λατινική εξουσία… Από τις πρώτες ενέργειες των Βενετών στην Κρήτη ήταν η απομάκρυνση της ορθόδοξης ιεραρχίας και ο αποκεφαλισμός της Κρητικής Εκκλησίας. Με αυστηρότατες διαταγές απαγόρευαν ακόμη και την επίσκεψη Ορθόδοξων Αρχιερέων στο νησί, πιστεύοντας ότι ο λαός, χωρίς θρησκευτικούς ηγέτες, θα οδηγηθεί με τον καιρό σε θρησκευτική αδιαφορία και θα γίνει εύκολη λεία στη δραστήρια προπαγάνδα της Καθολικής Εκκλησίας….
Κι ενώ η Κρήτη ακρωτηριάστηκε πρώτα από τον εθνικό της κορμό, το Βυζάντιο, ακρωτηριάστηκε στη συνέχεια και από τον πνευματικό της κορμό, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κρήτης διορίστηκε Λατίνος Αρχιεπίσκοπος και αργότερα προχειρίζονταν και στις επισκοπές του Νησιού Λατίνοι Επίσκοποι, που συγκροτούσαν τοπική Σύνοδο. Έτσι η μόνη εκκλησιαστική Ιεραρχία ήταν πλέον εκείνη των Βενετών, ενώ η Ορθόδοξη έπαυσε να υφίσταται. Ωστόσο, μεγάλο πρόβλημα δημιουργήθηκε τότε με τη χειροτονία νέων ορθόδοξων κληρικών, οι οποίοι προκειμένου να χειροτονηθούν έπρεπε να μεταβούν εκτός Κρήτης στην Πελοπόννησο, τα Ιόνια Νησιά ή στη Μικρά Ασία, όπου έβρισκαν ορθόδοξο Αρχιερέα, που ήταν εξουσιοδοτημένος σχετικά. Για να γίνει αυτό έπρεπε πρώτα να πάρουν την έγκριση των βενετικών αρχών και του τοπικού φεουδάρχη, αφού πλήρωναν ένα σημαντικό χρηματικό ποσό και αφού δήλωναν με ομολογία τους υποταγή σε αυτούς και στη Λατινική Εκκλησία, την οποία βέβαια δεν τηρούσαν (Ιωαννίδης 1999, 39).
Πνευματικοί προϊστάμενοι των ορθόδοξων κληρικών της Κρήτης διορίζονταν οι Πρωτοπαπάδες από τις βενετικές αρχές στα αστικά και επαρχιακά κέντρα. Ήταν πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης τους, υπάλληλοι μισθοδοτούμενοι από το δημόσιο ταμείο κι επομένως άμεσα εξαρτημένοι από τη διοίκηση των Βενετών. Ήταν υποχρεωμένοι να συλλειτουργούν με τους καθολικούς ιερωμένους, να ψάλλουν τη φήμη του Πάπα και του Λατίνου Αρχιεπισκόπου Κρήτης. Αυτοί ωστόσο είχαν χειροτονηθεί σύμφωνα με το Ορθόδοξο Δόγμα, αλλά ήταν ενωτικοί (ουνίτες) και φιλοδυτικοί, πολλοί μάλιστα σε βαθμό πρόκλησης και εθνικής προδοσίας…(Δετοράκης 1986α, 199-200). Αυτοί οι πρόθυμοι συνεργάτες των Βενετών κατακτητών, κατά τα άλλα ορθόδοξοι κληρικοί, σε κοινές επίσημες τελετές στις οποίες παρίστατο ο καθολικός Επίσκοπος και λειτουργούσε «ποντιφικώς» έψελναν « πολυχρόνιο ύμνο» προς τιμήν του Δόγη της Βενετίας και μνημόνευαν τον Πάπα στα ελληνικά με τα ακόλουθα λόγια: « Ο Χριστός νικά, ο Χριστός βασιλεύει, ο Χριστός κυβερνά. Υγεία, τιμή, αρετή και αιώνια δόξα στον αγιότατο και μακαριότατο ημέτερο Κύριο Ουρβανό τον όγδοο, της αγίας και οικουμενικής Εκκλησίας μέγιστο Ποντίφικα» (Τσιρπανλής 2003, 86). Για όλα αυτά η μεγάλη μάζα του λαού αντιδρούσε με κάθε τρόπο, ακόμα αρνιόταν να εισέλθει σε ναούς που είχαν λειτουργήσει οι Λατίνοι και αναβάπτιζαν όσους είχαν βαπτιστεί από εκείνους.
Ωστόσο, καταλυτικός ήταν ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά την εν λόγω περίοδο. Η Μεγάλη Εκκλησία, παρά το γεγονός, ότι η Βενετία με αυστηρότητα επενέβαινε κάθε φορά που διαπίστωνε οποιεσδήποτε σχέσεις του ντόπιου στοιχείου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν εγκατέλειψε ποτέ τη Μεγαλόνησο, δεν άφησε πνευματικά ακαθοδήγητη την Ορθοδοξία στην Κρήτη (Μανούσακας 1960-61, Νικολιδάκης 1981, 37, Καραπιδάκης 2022-23, 26). Επίσης τα ορθόδοξα μοναστήρια την κρίσιμη αυτή περίοδο, ανέλαβαν ρόλο ηγετικό και αρμοδιότητες διοικητικές, από μέρους των Ορθοδόξων, με σπουδαιότατη και πολύπτυχη δράση. Ήταν αυτά που ύψωσαν αρραγές τείχος ανάμεσα στους κυρίαρχους Βενετούς και στον βασανισμένο λαό και διαφύλαξαν με τον τρόπο αυτό την εθνική φυσιογνωμία και ενότητα του λαού. Οι Ορθόδοξοι Μοναχοί υπήρξαν οι στύλοι και οι υπέρμαχοι της Ορθοδόξου Πνευματικότητος, του Ήθους και της Θεολογίας (Καραπιδάκης 2022-23,25-29). Ο ίδιος επίσης συγγραφέας στην εμπνευσμένη εργασία του στο περιοδικό ΝΕΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΡΗΤΗ αναφέρει το εξής: «…Η Κρήτη αποτέλεσε κατά την περίοδο αυτή ένα από τα κυριότερα κέντρα διαμάχης με την Καθολική Δύση. Με σπουδή το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέστειλε ενωρίς πνευματικούς εργάτες, για να διασφαλίσει τη διαφύλαξη του Ορθοδόξου φρονήματος των Κρητών. Τέτοιοι ήταν κατά τον ΙΕ αιώνα ο λόγιος μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος και ο κρητικής καταγωγής Επίσκοπος Αθηνών Άνθιμος. Επιπλέον την άμυνα αυτή πλαισίωσαν και γηγενείς Κρήτες λόγιοι, οι οποίοι στάθηκαν στις επάλξεις της διαφύλαξης της Ορθοδόξου Παραδόσεως, όπως οι Μοναχοί Ιωσήφ Φιλάγριος και Νείλος Δαμιλάς….. Την κρίσιμη αυτή εποχή ο Νείλος Δαμιλάς, μαζί με τον Βρυέννιο και τον Φιλάγρη πήραν στους ώμους τους όλο το βάρος της θεολογικής διαμάχης με τους λατινόφιλους….»
Κοντολογίς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι, μπορεί στα πεδία των πολλών πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ Κρητικών και Βενετών, οι οποίες είχαν συγκεκριμένη μικρή ή μεγάλη χρονική διάρκεια, όπως θα δούμε παρακάτω, να υπερίσχυσαν για διάφορους λόγους οι Βενετοί. Όμως, στη θρησκευτική διαπάλη θεολογική και λατρευτική, στην οποία συμμετείχε ενεργά και ο λαός, ως αποδέκτης και ενσαρκωτής των μηνυμάτων, και η οποία ήταν σε καθημερινή βάση αυτοσχέδια και ανοργάνωτη, οι Βενετοί ηττήθηκαν κατά κράτος. Όχι μόνο δεν κατάφεραν να αλλοιώσουν την επίμονη προσήλωση του λαού στην ορθόδοξη Βυζαντινή ιδέα, αλλά απεναντίας προσχώρησαν πολλοί απ’ αυτούς στο Ορθόδοξη Δόγμα και υιοθέτησαν τα έθιμα των Ορθόδοξων Κρητικών. Η Λατινική Εκκλησιαστική αρχή έχασε σταδιακά το ποίμνιό της κι έμειναν μόνο τα αξιώματα. Πολλοί από τους αξιωματούχους της δεν έρχονταν να υπηρετήσουν ποτέ στην Κρήτη, παρέμεναν στη Βενετία και εισέπρατταν μόνο τα δικαιώματά τους από την τεράστια περιουσία που είχαν στο Νησί. Το πρώτο μισό του 17ου αιώνα η κατάντια των λατινικών εκκλησιών ήταν αποκαρδιωτική στο μεγαλύτερο αστικό κέντρο του Νησιού τον Χάνδακα, όπως ο ίδιος ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Luigi Mocenigo αναφέρει σε έκθεσή του : «….οι καθολικοί παρακολουθούν τη θεία λειτουργία στους ορθόδοξους ναούς, νεαρές κοπέλες βενετικής καταγωγής προτιμούν να μονάσουν σε ορθόδοξα μοναστήρια, στη γυναικεία μονή της Αγίας Αικατερίνης του Χάνδακα, οι Δομινικανίδες καλόγριες, προερχόμενες από ευγενείς βενετικούς οίκους, γλωσσικά έχουν πλήρως εξελληνισθεί. Δεν μπορούν να διαβάσουν ή να μιλήσουν ή να καταλάβουν λατινικά και ιταλικά. Γνωρίζουν μόνο ελληνικά και στη γλώσσα αυτή εξομολογούνται…» (Τσιρπανλής 2003, 83).
